Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υγρασία

Ὀίκοι μένειν δεῖ τὸν καλῶς εὐδαίμονα -> The person who is well satisfied should stay at home.
Aeschylus, fr. 317

Greek Monolingual

η / ὑγρασία, ΝΜΑ υγράζω
η κατάσταση του υγρού, υγρότητα
νεοελλ.
1. (μετεωρ.) η ποσότητα τών υδρατμών που περιέχονται στον ατμοσφαιρικό αέρα
2. (κλιματολ.) α) η ποσότητα τών ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων
β) ο λόγος κατακρημνισμάτων-εξάτμισης
3. φυσ.-χημ. το νερό που έχει διασπαρεί σε ένα αέριο υπό μορφή υδρατμών ή μικρών σταγονιδίων ή το νερό που έχει διασπαρεί σε ένα στερεό ή έχει συμπυκνωθεί στην επιφάνεια του
3. η υγρότητα που παρατηρείται σε μια επιφάνεια ή σε έναν χώρο («το σπίτι έχει υγρασία»)
4. τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται στους πόρους αγγείου ή τοίχου
5. φρ. α) «απόλυτη υγρασία»
(μετεωρ.) η μάζα, εκφρασμένη σε γραμμάρια, τών υδρατμών που περιέχονται σε ένα κυβικό μέτρο αέρα
β) «ειδική υγρασία»
(μετεωρ.) η μάζα, εκφρασμένη σε γραμμάρια, τών υδρατμών που περιέχονται σε ένα χιλιόγραμμο υγρού αέρα
γ) «σχετική υγρασία»
(μετεωρ.) το πηλίκο της ποσότητας υδρατμών που περιέχεται στη μονάδα όγκου του αέρα διά της ποσότητας υδρατμών με την οποία ο ίδιος όγκος αέρα, στην ίδια θερμοκρασία, θα ήταν κορεσμένος
δ) «περιεκτικότητα υγρασίας»
(τεχνολ.-φυσ.) η ποσότητα νερού που υπάρχει σε ένα υλικό είτε με τη μορφή υγρού είτε με τη μορφή υδρατμών
μσν.-αρχ.
το νερό
αρχ.
(κατ' ευφ.) το ούρο.