Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σχισμογενής

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

-ές, Ν
αυτός που προήλθε από σχισμό (α. «σχισμογενής έδρα» — η έδρα που εμφανίζεται σε κρύσταλλο ως συνέπεια σχισμού
β. «σχισμογενές σχήμα» — το σχήμα που παίρνει ο κρύσταλλος ορυκτού μετά από σχισμό).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σχισμός + -γενής (< γένος < γίγνομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1883 στον Αν. Κορδέλλα].