Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματάκι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

το, Ν σώμα, -ατος]]
υποκορ.
1. μικρό σώμα, κορμάκι
2. λεπτό, κομψό, χαριτωμένο σώμα («έχει ένα σωματάκι εξαίσιο»).