Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματάκι

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το, Ν σώμα, -ατος]]
υποκορ.
1. μικρό σώμα, κορμάκι
2. λεπτό, κομψό, χαριτωμένο σώμα («έχει ένα σωματάκι εξαίσιο»).