Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματογραφώ

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-έω Μ
(σχετικά με άυλα όντα) απεικονίζω με σωματική υπόσταση, ζωγραφίζω σαν να έχουν σώμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -γραφῶ (< -γράφος < γράφω), πρβλ. σχηματογραφῶ].