Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματόπλασμα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το, Ν
βιολ. το σύνολο τών κυττάρων που αποτελούν τη μάζα του σώματος, εκτός από τα γεννητικά κύτταρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. somatoplasm (< σώμα, σώματος + πλάσμα)].