Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υακίνθινος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο / ὑακίνθινος, -ίνη, -ον, ΝΜΑ
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον υάκινθο
αρχ.
(το ουδ.) ὑακίνθινον
(κατά τον Ησύχ.) «ὑπομελανίζον, πορφυρίζον».
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑάκινθος + κατάλ. -ινος (πρβλ. λίθ-ινος)].