Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπεκφυγή

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / ὑπεκφυγή, ΝΜΑ ὑπεκφεύγω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υπεκφεύγω
νεοελλ.
στον πληθ. οι υπεκφυγές·οι προφάσεις («μού μιλούσε με υπεκφυγές»).