υπερεπείγω

Greek Monolingual

ὑπερεπείγω ΝΑ
νεοελλ.
1. (το ενεργ. μόνον ως τριτοπρόσ.) υπερεπείγει
είναι εξαιρετικά επείγον, βιαστικό («υπερεπείγει να μεταφερθεί στο νοσοκομείο»)
2. μέσ. υπερεπείγομαι
βιάζομαι πάρα πολύ
3. (η μτχ. ουδ. ενεργ. ενεστ.) υπερεπείγον
(ένδειξη σε αντικείμενο που αποστέλλεται με το ταχυδρομείο) να επιδοθεί στον αποδέκτη πολύ γρήγορα
αρχ.
προκαλώ σε κάποιον έντονο αίσθημα βιασύνης.