Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υψηλόσωμος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

και ψηλόσωμος, -η, -ο, Ν
υψηλόκορμος, ψηλός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υψηλός + -σωμος (< σώμα). Η λ. ὑψηλόσωμος, μαρτυρείται από το 1851 στον Ν. Δραγούμη].