Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάλαγγος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ὁ, Α
(κατά τον Ησύχ.) «τορύνη, ὄργανον πολεμικόν».
[ΕΤΥΜΟΛ. < γεν. της λ. φάλαγξ (πρβλ. τη λ. φαλαγγοστορύναι)].