Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φθόη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φθόη Medium diacritics: φθόη Low diacritics: φθόη Capitals: ΦΘΟΗ
Transliteration A: phthóē Transliteration B: phthoē Transliteration C: fthoi Beta Code: fqo/h

English (LSJ)

ἡ, Att.

   A = φθίσις (q. v.), Pl.Lg.916a, Pl.Com.184, Isoc.19.11, D.Ep.3.30, Luc.Cont.17, Tab.Defix.98.5, Gal.6.421, etc.; esp. of empyema, Aret.SD1.8. (Φθοψ-ᾱ from root of φθίω, φθίνω.)

German (Pape)

[Seite 1272] ἡ, = φθίσις, Auszehrung, Schwindsucht, Plat. Legg. VI, 916 a; Phryn. in B. A. 71.

Greek (Liddell-Scott)

φθόη: ἡ, (φθέω) Ἀττικ. ἀντὶ φθίσις (ὃ ἴδε), Πλάτ. Νόμ. 916Α, Πλάτων Κωμικ. ἐν Ἀδήλ. 2, Ἰσοκρ. 386D, Λουκ. κλπ. ΙΙ. μόλυσμα, μίασμα, Φιλῆς περὶ Ζῴων 29. 14.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
consomption, épuisement.
Étymologie: φθίω.

Greek Monolingual

ἡ, ΜΑ
ιατρ. φυματίωση, φθίση
μσν.
μίασμα, μόλυσμα
αρχ.
ιατρ. εμπύημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. φθόη (< φθοy-) έχει σχηματιστεί από την ετεροιωμένη βαθμίδα gzwhoy- της ρίζας gzwhei- του ρ. φθίνω (πρβλ. αρχ. ινδ. ksaya- «εξαφάνιση, χαμός»), βλ. και λ. φθίνω.

Russian (Dvoretsky)

φθόη: ἡ Plat., Isocr., Dem., Luc. = φθίσις.