Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φθίσις

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φθίσις Medium diacritics: φθίσις Low diacritics: φθίσις Capitals: ΦΘΙΣΙΣ
Transliteration A: phthísis Transliteration B: phthisis Transliteration C: fthisis Beta Code: fqi/sis

English (LSJ)

[ῐ], εως, ἡ, (φθίω):—

   A wasting away, perishing, decay, καρποῦ Pi.Pae.9.14; of the κόσμος, Ocell.1.4; opp. αὔξησις, Hp.VM6, Pl. Phd.71b; opp. αὔξη, Id.R.521e: pl., Id.Phlb.42d.    2 of the moon, waning, Arist.HA582b2, GA767a4.    II of persons, atrophy, emaciation, Hp.Art.1.    2 esp. consumption, Hdt.7.88, Hp.Epid.1.24, Aph.5.11 (pl.), Arist.HA518b21 (pl.), EN1150b33, IG42(1).122.69 (Epid., iv B. C.), cf. φθόη.    3 contraction of the pupil of the eye, Gal.19.435, Aret.SD1.7, Aët.7.55.

German (Pape)

[Seite 1271] ἡ, Auszehrung, Abzehrung, Schwindsucht, Her. 7, 88; übh. das Schwinden, Abnehmen, καρποῦ Pind. frg. 74; Ggstz αὐξησις, Plat. Phaed. 71 b (wie Arist. gen. et interit. 1, 1); σώματος αὔξις καὶ φθίσις Rep. VII, 521 c, wie Phil. 42 d; auch σελήνης, Ggstz πλήρωσις, Arist. H. A. 7, 2.

Greek (Liddell-Scott)

φθίσις: [ῐ], -εως, ἡ, (φθίω, φθῖσω)· ἐλάττωσις, παρακμή, καρποῦ Πινδ. Ἀποσπ. 74. 8· ἀντίθετον τῷ αὔξησις, αὔξη, Ἱππ. περὶ Ἀρχ. Ἰητρ. 10, Πλάτ. Φαίδων 71Β, Πολ. 521Ε· ἐν τῷ πληθ., ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 42D· ― ἐπὶ τῆς σελήνης ὅταν ἀρχίζῃ νὰ φθίνῃ, νὰ χάνεται, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 2, 1, περὶ Ζ. Γεν. 4. 2, 3, κ. ἀλλ. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἀτροφία, ἴσχνανσις, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 780· καὶ εἰδικώτερον, μαρασμός, κατάπτωσις, φθίσις, «χτικιό», Λατ. tabes, Ἡρόδ. 7. 88, Ἱππ. Ἀφορ. 1247, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. 3. 11, 14, Ἠθ. Νικ. 7. 8, 1· ― κατὰ τὸν Γαλην. τὸ Ἀττικώτερον ὄνομα ἦτο φθόη.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 dépérissement, extinction;
2 consomption ; phtisie, tuberculose.
Étymologie: φθίω.

English (Slater)

φθῐσις
   1 wasting πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις τινός, ἢ καρποῦ φθίσιν; (Pae. 9.14)

Greek Monolingual

-εως, ἡ, ΜΑ
βλ. φθίση.

Greek Monotonic

φθίσις: [ῐ], -εως, ἡ (φθίω, φθίσω), ελάττωση, παρακμή, σε Πίνδ.· λέγεται για το φεγγάρι, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φθίσις: εως (ῐ) ἡ
1) исчезновение, гибель (καρποῦ Pind.);
2) убывание, убыль (αὔξησις καὶ φ. Plat.): ἡ φ. τῆς σελήνης Arst. ущерб луны;
3) чахотка Her., Arst., Plut.

Middle Liddell

φθί˘σις, εως, φθίω, φθίσω]
a perishing, decay, Pind.:—of the moon, a waning, Arist.