Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλογός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek (Liddell-Scott)

φλογός: -ή, -όν, καίων, καυστικός, φλογώδης, φλογερός, ἔρωτι φλογερωτέρῳ Cramer Ἀνέκδ. Παρισ. 4. σ. 348.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
φλογερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φλόξ, φλογός κατά τα δευτερόκλιτα επίθ. σε -ος, -η, -ον].