Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλογός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

φλογός: -ή, -όν, καίων, καυστικός, φλογώδης, φλογερός, ἔρωτι φλογερωτέρῳ Cramer Ἀνέκδ. Παρισ. 4. σ. 348.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
φλογερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φλόξ, φλογός κατά τα δευτερόκλιτα επίθ. σε -ος, -η, -ον].