Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χάδαν

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek (Liddell-Scott)

χάδαν: χανδόν, Ἐπίρρ., Ἐπιγρ. ἔμμετρ. Βοιωτικοῦ ἀγγείου, Kaibel epigram. gr. ex lapid. conl. 1130. Ὁ σχηματισμὸς ὡς ἐν τοῖς διαφάνην (= διαφανδόν), ἀναφάδην (= ἀναφανδόν), Συναγωγὴ Λέξ. Ἀθησ. Κουμανούδη.

Greek Monolingual

Α
(βοιωτ. τ.) επίρρ. βλ. χανδόν.