Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλιόχρονος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν
1. αυτός που έχει διάρκεια ή ηλικία χιλίων ετών
2. (το αρσ. και το θηλ. ως ευχή) χιλιόχρονος και χιλιόχρονη!
να ζήσεις πολλά χρόνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο)- + χρόνος (πρβλ. τρί-χρονος). Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Αλ. Σούτσο].