Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλιόχρονος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν
1. αυτός που έχει διάρκεια ή ηλικία χιλίων ετών
2. (το αρσ. και το θηλ. ως ευχή) χιλιόχρονος και χιλιόχρονη!
να ζήσεις πολλά χρόνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο)- + χρόνος (πρβλ. τρί-χρονος). Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Αλ. Σούτσο].