Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρυσάφι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το, Ν
1. ο χρυσός
2. (κατ' επέκτ.) πλούτος («δεν θέλω παλάτια και χρυσάφια εγώ!», Καρκβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσός (Ι) + υποκορ. κατάλ. -άφι(ον) (πρβλ. χωρ-άφι)].