Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ωραιότητα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / ὡραιότης, -ητος, ΝΜΑ ωραίος
η ιδιότητα του ωραίου, κάλλος, ομορφιά
αρχ.
1. (για πράγμ.) καλή ποιότητα («τῇ ὡραιότητι τοῡ οἴνου διελέσθαι σκῡλα», ΠΔ)
2. η ωριμότητα τών καρπών του έτους.