Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομορφιά

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η όμορφος
η ιδιότητα του ωραίου ανθρώπου ή αντικειμένου, ωραιότητα, ευμορφία.