Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομορφιά

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η όμορφος
η ιδιότητα του ωραίου ανθρώπου ή αντικειμένου, ωραιότητα, ευμορφία.