ἀνθρωποπρεπής
Θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν → Homo natus id, quod instat, ut videas, age → Als sterblich Wesen mühe dich zu seh'n, was folgt
German (Pape)
[Seite 235] ές, für Menschen schicklich, anständig, Sp.
Greek (Liddell-Scott)
ἀνθρωποπρεπής: -ές, ὡς πρέπει ἢ ἁρμόζει εἰς ἄνθρωπον, Ἐκκλ. ― Ἐπίρρ. -πῶς, Ἐκκλ.
Spanish (DGE)
-ές
1 propio de un hombre τὰ ... νόμιμα PMonac.8.5 (VI d.C.), σύνεσις Cyr.Al.M.73.148C
•adaptado a la capacidad humana de la revelación entregada a los profetas, Cyr.Al.M.70.1084A
•que se ajusta o adapta al hombre de la naturaleza humana de Cristo, Cyr.Al.Ep.40 p.27, cf. Dion.Ar.CH M.3.181C.
2 adv. -ῶς a la manera de los hombres de Cristo como ἀρχηγός Procop.Gaz.M.87.1296C, προφῆται ... τὰ μὲν τῇ θεότητι αὐτοῦ διαφέροντα ῥήματα θεοπρεπῶς ἔλεγον, τὰ δὲ τῷ σώματι αὐτοῦ ἀ. Diad.Ascens.5.
Greek Monolingual
ἀνθρωποπρεπής (-οῦς), -ές (AM)
αυτός που αρμόζει σε άνθρωπο.