Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄοχλος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἄοχλος Medium diacritics: ἄοχλος Low diacritics: άοχλος Capitals: ΑΟΧΛΟΣ
Transliteration A: áochlos Transliteration B: aochlos Transliteration C: aochlos Beta Code: a)/oxlos

English (LSJ)

ον,

   A not troublesome, Hp.Art.78 (Sup.). Adv. -ως Id.Fract.31.

Greek (Liddell-Scott)

ἄοχλος: -ον, ὁ μὴ παρέχων ἐνόχλησιν, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 837, ἐν τῶ ὑπερθ. ― Ἐπίρρ. -ως ὁ αὐτ. π. Ἀγμ. 773, Littré.

Spanish (DGE)

-ον
1 que no molesta, que no importunade una técnica curativa τὸν ἀοχλότατον χρὴ αἱρεῖσθαι Hp.Art.78.
2 adv. -ως de forma que no molesta, sin molestia ἐκβάλλειν τὸ ὀστέον ... ἀ. Hp.Fract.31.

Greek Monolingual

ἄοχλος, -ον όχλος (Α)
αυτός που δεν ενοχλεί, μη ενοχλητικός.