Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔπτατο

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

ἔπτᾰτο: γ΄ ἑν. ἀορ. β΄τοῦ πέτομαιπέταμαι.

English (Autenrieth)

see πέτομαι.

Greek Monotonic

ἔπτᾰτο: γʹ ενικ. αορ. βʹ του πέτομαι ή πέταμαι.

Russian (Dvoretsky)

ἔπτατο: 3 л. sing. aor. к πέτομαι и πέταμαι.