Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πέτομαι

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: πέτομαι Medium diacritics: πέτομαι Low diacritics: πέτομαι Capitals: ΠΕΤΟΜΑΙ
Transliteration A: pétomai Transliteration B: petomai Transliteration C: petomai Beta Code: pe/tomai

English (LSJ)

2sg.

   A πέτεαι Anacr.9: impf. ἐπετόμην, Ep. πετ- Il.5.366, etc. : fut. πετήσομαι Ar.Pax77, cf. 1126 (ἀπο-); shortd. πτήσομαι (ἐκ-) Id.V.208, and always in early Prose, (ἀνα-) Pl.Lg.905a, al., Aeschin.3.209, (ἐπι-) Hdt.7.15 (mostly in compds., but πτήσεσθαι in later Prose, Lib.Or.2.27): aor. ἐπτόμην, inf. πτέσθαι S.OT17; elsewh. in compds., (ἐπι-) Il.4.126, (ἀν-) Antipho Fr.58, etc.; freq. also ἐπτάμην, Il.13.592, E.Hel.18, (παρ-) Semon.13, (ἐς-) Hdt.9.100; Ep. 3sg. πτάτο Il.23.880, inf. πτάσθαι (δια-) E.Med.1, part. πτάμενος Il.5.282, 22.362, etc. (in codd. of Pl. forms of ἐπτόμην in compds. predominate over those from ἐπτάμην; δι-έπτατο is found in codd. of Ar. V.1086, ἐκ-πτόμενος folld. by κατ-έπτατο Id.Av.788 sq.; ἀν-επτάμαν is prob. in S.Aj.693 (lyr.), προσ-έπτατο ib.382); subj. πτῆται for πτᾶται, Il.15.170: also aor. of act. form ἔπτην, ἔπτης, IG14.2550, Luc. Trag.218, ἔπτη Batr.208, Nonn.D.2.223, al., Anacreont.22.3 ; opt. πταίης AP5.151 (Mel.); part. πτᾶσα h.Cer.398, Hdn.Gr.1.532; elsewh. only in compds., (δι-) IG3.1386, (ἐξ-) Hes.Op.98, (ἀν-) S.Ant. 1307, E.Med.440, (προς-) A.Pr.115, (ὑπερ-) S.Ant.113 (Trag. only in lyr.): pf. πέπτηκα only as a coinage in Choerob. in Theod.2.79, elsewh. πεπότημαι (v. ποτάομαι): aor. Pass. ἐπετάσθην Arist.HA624b6 (εἰς-), LXX Ps.17(18).10, Ho.9.11 (ἐξ-), Sotion p.186 W., D.S.4.77 (ἐξ-): fut. Pass. πετασθήσομαι LXX Hb.1.8.—The only pres. in Hom. and Att. Prose is πέτομαι; πέταμαι is used by Sapph.Supp.10.8, Simon. 30, Pi.P.8.90, N.6.48, E.Ion 90 (anap.), AP11.208 (Lucill.), and in later Prose, as Arist.IA709b10, HA609a14 (περι-), cf. Moer.p.311 P.; noted as archaic by Luc.Pseudol.29: aor. imper. πέτασσαι Anacreont. 14.2; ἵπταμαι (q. v.) is first found in late writers, Mosch.3.43, Babr. 65.4, etc. (mostly in compds., cf. ἐξίπταμαι; ἀφίπτατο in E.IA1608 is spurious), and is censured by Luc.Lex.25, Sol.7 :—fly, of birds, Il. 12.207, 13.62, Od.2.147, etc.; of bees, gnats, etc., Il.2.89, Hdt.2.95; of a departing spirit, ψυχὴ ἐκ ῥεθέων πταμένη Ἄϊδόσδε βεβήκει Il.22.362; ἐκ μελέων θυμὸς πτάτο 23.880: metaph., of young children, οὐδέπω μακρὰν πτέσθαι σθενοντες S.OT17; also of arrows, javelins, etc., Il.20.99, etc.; ὀλοοίτροχος… ἀναθρῴσκων π. 13.140 (but ἐκ χειρῶν ἔπτατ' ἐρετμά, τεύχεα fell suddenly... Od.12.203, 24.534); of any quick motion, dart, rush, of men, Il.13.755, 22.143, etc.; of horses, μάστιξεν δ' ἐλάαν, τὼ δ' οὐκ ἀέκοντε πετέσθην 5.366, cf. 768, etc.; of chariots, Hes.Sc.308; of dancers, E.Cyc.71 (lyr.); πέτον fly! i.e. make haste! Ar.Lys.321; ἔχρην πετομένας ἥκειν πάλαι ib.55 ; πολλοὶ ἥξουσι πετόμενοι Pl.R.567d, cf. 467d; πέτονται… ἐπὶ ταῦτ' ἄκλητοι, of parasites, Antiph.229.    II metaph. and proverbial usages:—to be on the wing, flutter, of uncertain hopes, ἐξ ἐλπίδος π. Pi.P.8.90; π. ἐλπίσιν S.OT487 (lyr.); of fickle natures, πέτει τε καὶ φρονῶν οὐδὲν φρονεῖς E.Ba.332 ; ἐφ' ἕτερον π. Ar.Ec.899; ὄρνις πετόμενος a bird ever on the wing, Id.Av.169; πετόμενόν τινα διώκεις 'you are chasing a butterfly', Pl.Euthphr.4a, cf. Arist.Metaph.1009b38; of fame, fly abroad, πέταται τηλόθεν ὄνυμ' αὐτῶν Pi.N.6.48.    2 c. dat., πτάμενος νοήματι flying in mind, Id.Fr.122.4. (Cf. πίπτω, Skt.pátati 'fly', 'fall', Lat. prae-pes, etc.)

German (Pape)

[Seite 605] fut. πετήσομαι, poet., sowohl bei Hom. als bei Ar. Pax 77. 1126, in Prosa gew. πτήσομαι, aor. ἐπ τόμ ην, πτέσθαι, p. auch ἐπ τάμην, πτάσθαι, conj. πτῆται, Il. 15, 170, u. bei ep. D. ἔπτην, πτῆναι, πτάς (ἐξέπτη Hes. O. 98), in sp. Prosa auch ἐπετάσθην, in derselben Bdtg, Arist. H. A. 9, 40 Luc. rhet. praec. 6, perf. πέπτηκα, nur bei Gramm. gebräuchlich, wie πεπότημαι (s. ποτάομαι). Erst nachhomerisch ist das praes. ἵπ ταμαι, was sich einzeln bei Attikern findet, u. πέταμαι, nebst πετάομαι (s. oben); die strengeren Atticisten erklären πέτομαι allein für gut attisch, vgl. Pors. zur Eur. Med. 1, Herm. zu Eur. Ion 90 u. Lob. zu Phryn. 325; – fliegen, eigtl. mit πετάννυμι zusammenhangend, seine Flügel ausbreiten, um zu fliegen; zunächst – a) von Vögeln, Il. 3, 5 Od. 2, 147, u. andern geflügelten Thieren, wie von Wespen, 16, 265, Bienen, 2, 89, u. damit verglichen vom Geiste, ὠκὺς δ' ἐκ μελέων θυμὸς πτάτο, Il. 23, 880, Sp. – Aber auch b) von jeder schnellen schwebenden Bewegung durch die Luft hin, bes. von geworfenen, geschleuderten Körpern, von einem Steine, ὕψι τ' ἀναθρώσκων πέτεται, Il. 18, 140. τοῦ γ' ἰθὺς βέλος πέτεται, 20, 99; τῶν δ' ἄρα δεισάντων ἐκ χειρῶν ἔπτατ' ἐρετμά, Od. 12, 203, vgl. 24, 533; u. sonst bei D. – c) von Menschen u. Thieren, wie bei uns, ἐπέτοντο θοὰς ἐπὶ νῆας, Il. 10, 514 u. öfter; πέτοντο κονίοντες πεδίοιο, 23, 372, u. öfter in der Vrbdg τὼ δ' οὐκ ἄκοντε πετέσθην; u. so von Göttern, wie Il. 24, 345, πέτετο κρατὺς Ἀργειφόντης, ohne daß an wirkliche Flügel des Gottes zu denken ist, obwohl Ar. Av. 573 scherzhaft von Hermes sagt πέτεται θεὸς ὢν πτέρυγάς τε φορεῖ ff., wie von der Iris 1199; Soph. bezeichnet das kindliche Alter οἱ μὲν οὐδέπω μακρὰν πτέσθαι σθένοντες, O. R. 17, u. sagt übertr. πέτομαι δ' ἐλπίσι, 487 (vgl. ἐξ ἐλπίδος πέταται Pind. P. 8, 90); πετόμαν Βάκχαις σὺν λευκόποσι, Eur. Cycl. 71; ἐφ' ἕτερον ἂν πέτοιτο, von einem unbeständigen Liebhaber, Ar. Eccl. 899; πέτου, eile, fliege, Lys. 321; πετ όμενόν τινα διώκεις, Plat. Euthyphr. 4 b, u. öfter, u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πέτομαι: παρατ. ἐπετόμην, Ἐπικ. πετ-, Ὅμ. καὶ Ἀττ.· ― μέλλ. πετήσομαι Ἀριστοφ. Εἰρ. 77, πρβλ. 1126· ἀλλὰ κατὰ συγκοπὴν πτήσομαι (ἐκ-) ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 208, καὶ ἀείποτε παρὰ τοῖς δοκίμοις τῶν πεζογράφων, (ἀνα-) Πλάτ. Νόμ. 905Α, κτλ., (ἐπι-) Ἡρόδ. 7. 15· ― συγκεκομμ. ἀόρ. ἐπτόμην, πτέσθαι, πτόμενος, Σοφ. Ο. Τ. 17, (ἐπι-) Ἰλ. Δ. 126, (ἀν-) Πλάτ., κτλ.· συχνάκις ὡσαύτως (ὡς εἰ ἐκ τοῦ ἐνεστ. ἵπταμαι, ἴδε κατωτ.) ἐπτάμην, Ἐπικ. πτάμην, πτάσθαι, πτάμενος, Ἰλ. Χ. 362. Ψ. 880, καὶ Ἀττ.· Ἐπικ. ὑποτακτ. πτῆται ἀντὶ πτᾶται, Ἰλ. Ο. 170· ― ὡσαύτως ἀόρ. τοῦ ἐνεργ. τύπου ἔπτην, ἀπαρ. πτῆναι, μετοχ. πτάς, (ὡς εἰ ἐξ ἐνεστ. ἵπτημι), Βατραχομυομ. 210, Ἀνθ. Π. 5. 152· ἀλλαχοῦ μόνον ἐν τοῖς συνθέτοις, (ἐξ-) Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 98, (ἀν-) Σοφ. Ἀντ. Ἀντ. 1307, Εὐρ. Μήδ. 440, (προσ-) Αἰσχύλ. Πέρσ. 115, (ὑπερ-) Σοφ. Ἀντ. 113, ἀλλὰ μόνον ἐν λυρ. χωρίοις τῶν Τραγ.)· ― πρκμ. πέπτηκα μόνον παρὰ τοῖς γραμμ., διότι οἱ Ἀττ. ἀείποτε χρῶνται τῷ πεπότημαι (ἴδε ποτάομαι)· ― ἀόρ. α΄ ἐνεργ. περιπτήσας Χρησμ. Σιβ. 1. 245· ― παθ. ἀόρ. ἐπετάσθην πρῶτον παρ’ Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 40, 12, πρβλ. Λοβεκ. εἰς Φρύν. 582. ― Ὁ μόνος ἐνεστὼς ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καὶ τοῖς δοκιμωτάτοις τῶν Ἀττ. εἶναι πέτομαι· ὁ ἐνεστ. πέταμαι εἶναι ἐν χρήσει παρὰ Πινδ. Π. 8. 129, Ν. 6. 81, Ἀνθ. Π. 11, 208, καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, ὡς Ἀριστ. περὶ Ζ. Πορείας 9. 13, π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 1. 15, κτλ., πρβλ. Μοῖριν 311, Πόρσωνα εἰς Εὐρ. Μήδ. 1, Δινδ. εἰς Εὐρ. Ἴωνα 90· σημειοῦται δὲ ὡς ἀρχαϊκὸν ὑπὸ Λουκ. ἐν Ψευδολ. 29· ὑπάρχει ἀόρ. προστ. πετάσσαι ἐν Ἀνακρέοντι 14. 2· ― ἵπταμαι (ὃ ἴδε) εὕρηται κατὰ πρῶτον παρὰ μεταγεν. συγγραφεῦσιν, οἷον Μόσχ. 3. 43, Βαρβ. 65. 4, Λουκ., κλ., ἀλλὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν συνθέτοις· (ἀφίπτατο ἐν Εὐρ. Ι. Α. 1608 εἶναι νόθον). Ἀλλὰ πάλιν ὁ Ὁμηρικ. ἀόρ. ἐπτάμην θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ Elmsl. ὡς ὁ μόνος ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Τραγ. τύπος, ἴδε εἰς Σοφ. Ο. Τ. 17· ὁ δὲ Cobet. V. LL. σ. 305, ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπτόμην εἶναιμόνος ἀνήκων τῇ κωμῳδίᾳ καὶ τοῖς πεζολόγοις τύπος. Πρβλ. τοὺς ἐκτεταμένους τύπους ποτάομαι, πωτάομαι. (Ἐκ. τῆς √ΠΕΤ παράγονται καὶ αἱ λέξεις ὠκυπέτης, προπετής, κτλ., πτερόν, πτέρυξ, πτίλον· ὡσαύτως πίτνω, πίπτω (πεσεῖν), πότμος πρβλ. Σανσκρ. pat, pat-âmi (volo, cado), pat- ram(ala), pat-rin (avis)· Λατ. pet-o, im-pet-us, penna (ἀρχαιότερος τύπος ἦν pes-na), prae-pes (prae-pit-is), acci-pit-er· Σλαυ. puta (avis)· Ἀγγλο-Σαξ. fep-er (feather)· Ἀρχ. Γερμ. fed-ara, fed-ah (fittis) κτλ.). «Πετῶ», ἐπὶ πτηνῶν, Ἰλ. Μ. 207, Ν. 62. Ὀδ. Β. 147, κτλ.· ἐπὶ μελισσῶν, ἐμπίδων, κτλ., Ἰλ. Β. 89, Ἡρόδ. 2. 95· ἐπὶ τοῦ οἰχομένου πνεύματος τοῦ νεκροῦ, ἐκ μελέων θυμὸς πτάτο Ἰλ. Ψ. 880· ― ὡσαύτως, μεταφ., ἐπὶ μικρῶν παιδίων, οὐδέπω μακρὰν πτέσθαι σθένοντες Σοφ. Ο. Τ. 17· ― ἀκολούθως ἐπὶ βελῶν, λίθων, ἀκοντίων κτλ., Ἰλ. Ν. 140, Υ. 99, κτλ.· (ἀλλὰ ἐκ χειρῶν ἔπτατ’ ἐρετμά, τεύχεα = ἔπεσον αἴφνης, ἐξέφυγον…, Ὀδ. Μ. 203. Ω. 534)· καὶ ἐπὶ πάσης ταχείας κινήσεως, ὁρμῶ, τρέχω ὡς πετόμενος, ἐπὶ ἀνδρῶν, Ἰλ. Ν. 755, Χ. 143, κτλ.· ἐπὶ ἵππων, μάστιξεν δ’ ἐλάαν, τὼ δ’ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην Ἰλ. Ε. 366, 768, κτλ.· ἐπὶ ἁρμάτων, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 308· ἐπὶ ὀρχηστῶν, Εὐρ. Κύκλ. 71· εἰς δήλωσιν σπουδῆς, πέτου «πέταξε», «τρέχα», «ἐμπρός», Ἀριστοφ. Λυσ. 321· ἐχρῆν πετομένας ἥκειν πάλαι αὐτόθι 55· πολλοὶ ἥξουσι πετόμενοι Πλάτ. Πολ. 567D, πρβλ. 467D πέτονται… ἐπὶ ταῦτ’ ἄκλητοι, ἐπὶ παρασίτων, Ἀντιφάνης ἐν Ἀδήλ. 5. ΙΙ. μεταφορ. καὶ παροιμιακαὶ χρήσεις: ἐπὶ ἀβεβαίων ἐλπίδων, μεγάλας ἐξ ἐλπίδος πέταται Πινδ. Π. 8. 129· π. ἐλπίσιν Σοφ. Ο. Τ. 486· ἐπὶ ἀσθενῶν καὶ ἀστάτων χαρακτήρων, πέτει τε καὶ φρονῶν οὐδὲν φρονεῖς Εὐρ. Βάκχ. 332· ἐφ’ ἕτερον π. Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 899· ὄρνις πετόμενος, πτηνὸν ἀείποτε πετόμενον, Ἀριστοφ. Ὄρν. 169· πετόμενόν τινα διώκεις Πλάτ. Εὐθύφρων 4Α, πρβλ. Ἀριστ. Μεταφ. 3. 5, 15, καὶ ἰδὲ ποτανός, πτηνός· ― ἐπὶ φήμης, διαδίδομαι, πέταται τηλόθεν αὐτῶν ὄνομα, volitat per ora, Πινδ. Ν. 6. 81. 2) μετ’ αἰτ., πτάμενος νόημα, πετῶν μὲ τὸν νοῦν, Πινδ. Ἀποσπ. 87. 3· ὡς τὸ βαίνειν πόδα.

French (Bailly abrégé)

f. πτήσομαι, ao.2 ἐπτόμηνinf. πτέσθαι, postér. ἔπτην > inf. πτῆναι et part. πτάς, pf. inus.
voler :
1 au propre, en parl. d’oiseaux ou d’insectes ailés;
2 p. anal. en parl. de flèches, de pierres lancées avec force ou d’hommes et d’animaux qui courent rapidement;
3 fig. être ballotté par l’espérance.
Étymologie: R. Πετ, voler ; cf. πίτνω, πίπτω, lat. peto, impetus, praepes, accipiter ; pour la R. parallèle Πτα, v. ἵπταμαι, πτερόν, πτίλον.

English (Autenrieth)

aor. ἔπτατο, subj. πτῆται, part. πταμένη: fly, of birds and insects; then often fig., of gods and men running, horses, missiles, snow and hail, Il. 5.99, Il. 15.170; the oars ‘flyfrom the hands of the rowers as they drop them, Od. 12.203; at death the life ‘flies’ from the body, Il. 23.880, Il. 16.469.

English (Strong)

or prolongation petaomai, or contracted ptaomai middle voice of a primary verb; to fly: fly(-ing).

Greek Monolingual

και πέταμαι, ΝΜΑ
(για πτηνά, έντομα, τον νου και τη σκέψη) πετώ
νεοελλ.
επαίρομαι, κομπάζω, καυχιέμαι (τη δύναμή του επέτετο πολλά 'τον καυκησάρης», Ερωτόκρ.)
αρχ.-μσν.
φτερουγίζω, γυρίζω άσκοπα εδώ κι εκεί
αρχ.
1. (για τη φήμη) διαδίδομαι γρήγορα («πέταται τηλόθεν ὄνυμ' αὐτῶν», Πίνδ.)
2. (για βέλη και ακόντια) κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα («ἰθὺ βέλος πέτετ' οὐδ' ἀπολήγει», Ομ. Ιλ.)
3. (για ανθρώπους) κινούμαι πολύ γρήγορα («ἐχρῆν... πετομένας ἥκειν πάλαι» — έπρεπε νά 'χετε έρθει πετώντας από ώρα, Αριστοφ.)
4. (σχετικά με την ελπίδα) παίρνω φτερά, παίρνω θάρρος (α. «μεγάλας ἐξ ἐλπίδος πέταται», Πίνδ.
β. «πέτομαι δ' ἐλπίσιν», Σοφ.)
5. (για χαρακτήρα) είμαι άστατος («πέτει τε καὶ φρονῶν οὐδὲν φρονεῑς», Ευρ.)
6. φρ. «πτάμενος νοήματι» — αυτός που πετάει με τον νου, με τη σκέψη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχικός τ. ενεστ. του ρ. είναι ο τ. πέτομαι, ο οποίος ανάγεται σε μια ΙΕ ρίζα η οποία εκφράζει την έννοια μιας κίνησης γρήγορης, ορμητικής προς κάποιο σημείο, σκοπό, δηλ. «πετώ, πέφτω», και η οποία εμφανίζεται τόσο ως δισύλλαβη petā- όσο και ως μονοσύλλαβη pet-. To ρ. πέτ-ομαι συνδέεται με αρχ. ινδ. patati «πετώ, ρίχνομαι, επείγομαι», λατ. peto «κατευθύνομαι, ορμώ, επιτίθεμαι, ζητώ», praepes «αυτός που πετά ψηλά», γαλατ. hedeg «πετώ». Ο ενεστωτικός τ. πέτᾰ-μαι είναι υστερογενής, σχηματισμένος πιθ. από τον αόρ. -πτά-μην (κατά το σχήμα πέτομαι: -πτό-μην), με συνεσταλμένο το φωνήεν της δεύτερης συλλαβής της δισύλλαβης ρίζας πετᾱ-·. Από τους τ. του αορ. ἐπτ-όμην (από τη μηδενισμένη βαθμίδα -πτ- της ρίζας) και ἐπτάμην (με μηδενισμένο το φωνήεν της πρώτης συλλαβής και συνεσταλμένο το φωνήεν της δεύτερης) αρχαιότερος είναι πιθ. ο τ. ἐπτάμην. Ωστόσο, η απουσία στην Αρχαία Ινδική ανάλογων παραδειγμάτων δεν μάς επιτρέπει να διατυπώσουμε μια βέβαιη άποψη για την αρχαιότητα αυτών τών τύπων. Επίσης, ο αόρ. -πτη-ν / -πτᾱ-ν (< ptā-) με μηδενισμένο το πρώτο φωνήεν και απαθές το δεύτερο φωνήεν της ρίζας δεν έχει αντίστοιχο στην Αρχαία Ινδική και έχει πιθ. σχηματιστεί αναλογικά προς τους τύπους ἔστην, ἔφθην. Από τον τ. ἔπτην, εξάλλου, σχηματίστηκε υστερογενώς ο ενεστ. ἵπταμαι κατά το σχήμα ἵσταμαι: ἔστην. Τέλος, στην ίδια ρίζα ανάγονται και οι λ. πτερόν, πτέρυξ, πίπτω και πιθ. πίτυλος. Το ρ. πέτομαι απαντά ως β' συνθετικό με τη μορφή -πέτης (πρβλ. υψι-πέτης, ωκυ-πέτης), αλλά και -πετής (πρβλ. ανα-πετής, υπερ-πετής, υψι-πετής). Για τους σιγματικούς αυτούς τ. βλ. και λ. πετεινός. Τα σύνθ. αυτά πρέπει να διακριθούν από τα σύνθ. σε -πετής που προέρχονται από το πίπτω καθώς και από κάποιους μεμονωμένους τύπους (πρβλ. ανα-πετής, δια-πετής), όπου το β' συνθετικό ανάγεται στο ρ. πετάννυμι.

Greek Monotonic

πέτομαι: παρατ. ἐπετόμην, Επικ. πετ-, μέλ. πετήσομαι, συγκοπτ. πτήσομαι, αόρ. βʹ συγκοπτ. ἐπτόμην, πτέσθαι, πτόμενος, επίσης (όπως αν προερχόταν από το ἵπταμαι), ἐπτάμην, Επικ. πτάμην, πτάσθαι, πτάμενος, Επικ. υποτ. πτῆται, αντί πτᾶται· επίσης Ενεργ. αορ. βʹ ἔπτην, απαρ. πτῆναι, μτχ. πτάς (όπως αν προερχόταν από το ἵπτημι)· χρησιμ. επίσης ο ενεστ. πέταμαι· σε μεταγεν. συγγραφείς ἵπταμαι·
I. πετώ, λέγεται για πτηνά, μέλισσες, κουνούπια κ.λπ., σε Όμηρ. κ.λπ.· έπειτα λέγεται για βέλη, πέτρες, ακόντια κ.λπ., σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης χρησιμ. για κάθε γρήγορη κίνηση, πετώ ανάμεσα, ορμώ, τρέχω, λέγεται για ανθρώπους, στο ίδ. κ.λπ.
II. μεταφ., βρίσκομαι σε πτήση, πετάω, Λατ. volitare, λέγεται για αβέβαιες ελπίδες, σε Πίνδ., Σοφ.· χρησιμ. για ασθενείς και άστατους χαρακτήρες, σε Ευρ.· ὄρνις πετόμενος, πτηνό που πάντοτε πετά, σε Αριστοφ.· πετόμενόν τινα διώκεις, «καταδιώκεις μια πεταλούδα», σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

πέτομαι: (fut. πτήσομαι, aor. 2 ἐπτόμην - с inf. πτέσθαι, тж. ἐπτάμην - эп. πτάμην - с inf. πτᾶσθαι - поэт. ἔπτην - дор. ἔπτᾱν - с inf. πτῆναι и part. πτάς; поздн. aor. pass. ἐπετάσθην)
1) лететь, летать (ἐν μεσουρανήματι NT): ὥστ᾽ ἴρηξ ὦρτο πέτεσθαι Hom. полетел словно ястреб; τῷ δ᾽ αἰετὼ προέηκε πέτεσθαι Hom. к нему (т. е. к Телемаху Зевс) послал пару орлов; οἱ κώνωπες ὑπὸ τῶν ἀνέμων οὐκ οἷοί τέ εἰσι ὑψοῦ πέτεσθαι Her. из-за (сильных) ветров комары не могут высоко летать; βέλος πέτεται Hom. копье летит (из руки Ахилла);
2) выпадать, выскальзывать (ἐκ χειρῶν Hom.): ἐκ μελέων θυμὸς πτάτο Hom. дух вылетел из тела;
3) бежать, спешить: οὐδέπω μακρὰ πτέσθαι σθένοντες Soph. (дети), еще не умеющие долго бегать; πέτου, πέτου! Arph. беги, беги!; πετόμενόν τινα διώκεις; Plat. ты преследуешь неуловимого (досл. убегающего)?;
4) досл. парить, перен. колебаться: π. ἐλπίσιν Soph. находиться в нерешительности, быть в тревоге.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πέτομαι, sommige vormen alsof afkomstig van πέταμαι; praes. 3 sing. ook πέταται;\n them. aor. ἐπτόμην, inf. πτέσθαι, ptc. πτόμενος; stamaor. ἔπτην, opt. 2 sing. πταίης, ptc. πτάς, med. ἐπτάμην, ep. 3 sing. πτάτο, conj. 3 sing. πτῆται, inf. πτάσθαι, ptc. πτάμενος; fut. πετήσομαι en πτήσομαι. vliegen (snel op eigen kracht door de lucht bewegen):; αὐτός... πέτετο πνοιῇς ἀνέμοιο zelf (de adelaar) vloog hij weg op de adem van de wind Il. 12.207; overdr..; οἳ μὲν οὐδέπω μακρὰν πτέσθαι σθένοντες sommigen (de kinderen) nog niet in staat ver te vliegen Soph. OT 17; uitbr.. ἰθὺ βέλος πέτετ ( αι ) de pijl vliegt rechtuit Il. 20.99; ψυχὴ δ ’ ἐκ ῥεθέων πταμένη Ἄιδόσδε βεβήκει de ziel vloog uit de ledematen en ging naar de Hades Il. 22.362. overdr. vliegen, rennen (snel op eigen kracht over land bewegen): van pers..; διὰ... Τρώων πέτετο hij vloog tussen de Trojanen door Il. 13.755; ἔχρην πετομένας ἥκειν ze hadden hierheen moeten vliegen Aristoph. Lys. 55; van dieren; τὼ δ ’ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην niet onwillig renden de beide (paarden) Il. 5.366; uitbr.. ἐκ χειρῶν ἔπτατ ’ ἐρέτμα de roeiriemen vlogen uit hun handen Od. 12.203. overdr. vliegen (het contact met de grond of de realiteit kwijt zijn):. ἐξ ἐλπίδος πέταται hij is met zijn hoofd in de wolken van verwachting Pind. P. 8.90; νῦν γὰρ πέτῃ want nu sta je niet met beide benen op de grond Eur. Ba. 332; ὁ νοῦς πέτεται... περὶ τὴν κλεψύδραν zijn geest hangt nog rond de waterklok Aristoph. Ve. 93; πετόμενόν τινα διώκεις; zit je achter een hersenschim aan? Plat. Euthyph. 4a.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to fly (Il.).
Other forms: Aor. πτάσθαι, πτέσθαι (all Il.); to this pres. πέταμαι (poet. since Sapph., Arist.) with aor. πετασθῆναι (Arist., LXX), ἴπταμαι (late; s. v.); aor. act. πτῆναι, ptc. πτάς etc. (poet. Hes., also hell. prose); fut. πτήσομαι (IA.), πετήσομαι (Ar.), perf. κατ-έπτηκα (Men.).
Compounds: Very often w. prefix, e.g. ἀνα-, ἀπο-, δια-, εἰσ-, ἐκ-, κατα-, ὑπερ-. Compounds: a. -πέτης, Dor. -πέτας m.., e.g. ὑψι-πέτης, -ας m. flying high (Hom., Pi.), enlarged -ήεις (Hom.); b. -πετής, e.g. ὑπερπετ-ής flying over (hell.); c. ἐκπετ-ήσιμος ready to fly (Ar. a.o.; hypothesis on the formation in Arbenz 60); d. ἀερσι-πότης and -πότη-τος flying high (Hes., AP, Norm.); in spite of Fraenkel Nom. ag. 2, 95 rather to ποτάομαι as from ποτή.
Derivatives: 1. ποτή f. flying, flight (ε 337, h. Merc. 544 [v. l. πτερύγεσσι]); 2. πτῆσις f. id. (A., Arist.) with πτήσιμος (Jul.; Arbenz 61); πτῆμα n. id. (Suid.). 3. Adj. w. νο-suffix: a. πτηνός, Dor. πτανός winged, fledged (Pi., trag., Pl.); b. πετεινός, -ηνός id. (Thgn.; Πετήνη Att. shipsname [inscr.]), hardly from *πέτος (cf. Chantraine Form. 196, Benveniste Origines 14), but rather direct from πέτομαι after φαεινός, ὀρεινός a.o.; πετηνός after πτηνός?; c. πετε-ηνός, -εινός id. (Il.), w. diektasis (Risch $ 35 d); d. ποτανός id. (Pi., Epich., trag. in lyr.; -ηνός ep. poetry in Pl. Phdr. 252 b), prob. rather after ποτάομαι as with Detschew KZ 63, 228 from the rare ποτή. -- 4. Deverbat.: ποτάομαι, -έομαι, also w. ἀμφι-, περι-, ἐκ- a.o., to fly, to flap (Il.); πωτάομαι, also w. ἐκ-, ἐπι-, ὑπερ-, id. (Μ 287, h. Ap. 442 a.o.; cf. Schwyzer 719 n. 3); to this πωτήεις flapping (Nonn.), also πωτήματα pl. flight (A. Eu. 250; usu. with Dindorf corrected in ποτ-). -- On πτερόν, πτέρυξ s. vv.
Origin: IE [Indo-European] [825] *peth₂- fly, swoop down, fall
Etymology: Beside the thematic πέτ-ο-μαι, πτ-έ-σθαι stands the athematic zero grade root-aorist πτά-σθαι, ἔ-πτα-το, πτά-μενος wie φθά-μενος (φθί-μενος, φθί-σθαι, ἔ-φθι-το). The corresponding full grade in πτῆ-ναι, ἔ-πτα-ν, πτή-σομαι can be old (s. however below). More doubtful is the originality of the disyll. πέτα-μαι, as analogy to πτά-σθαι after πτέ-σθαι : πέτο-μαι may be considered. Certain innovations are ἴπταμαι (after ἵσταμαι) and πετή-σομαι (after πέτομαι). Details w. lit. in Schwyzer 742 a. 681 w. n. 9. -- With πέτομαι agree formally, partly also semantically, Skt., OIr., Lat. a. Celt. forms, e.g. Skt. pátati, Av. pataiti fly, fall, attack, hurry etc., Lat. petō move somewhere, hurry, look for, desire, OWelsh hedant volant; doubtful on the contrary the in any case diff. built Hitt. piddāi- (pittii̯ami, pittāizzi usw.) run, hurry, flee. Thus ποτέομαι and Skt. patáyati fly, hurry agree; however πωτάομαι is independent of Skt. pātáyati let fall, throw down. Further the Greek a. Skt. systems are apart. Beside the zero grade thematic Aorist πτ-έσθαι, ἐ-πτ-όμην stands in Skt. an also zero grade and thematic but reduplicated aor. a-pa-pt-at. The zero grade πτα- in πτά-σθαι is found in forms like pa-pti-ma (pf. 1. pl.) (IE pth₂-); the corresponding full grade ptā- is however not represented in Skt. (so πτῆ-ναι analogical after φθῆ-ναι, στῆ-ναι a.o.?, Schwyzer 742). Thus the disyll. πετα- in πέτα-μαι and pati- (e.g. fut. pati-ṣyáti) go without historical connection side by side. -- Further forms w. rich lit. in WP. 2, 19ff., Pok. 825f., W.-Hofmann s. petō. Cf. πίπτω, not πίτυλος.

Middle Liddell

πτάς as if from ἵπτημι]
I. to fly, of birds, bees, gnats, etc., Hom., etc.:—then, of arrows, stones, javelins, etc., Il.: also of any quick motion, to fly along, dart, rush, of men, Il., etc.
II. metaph. to be on the wing, flutter, Lat. volitare, of uncertain hopes, Pind., Soph.; of fickle natures, Eur.; ὄρνις πετόμενος a bird ever on the wing, Ar.; πετόμενόν τινα διώκεις "you are chasing a butterfly" Plat.

Frisk Etymology German

πέτομαι: {pétomai}
Forms: Aor. πτάσθαι, πτέσθαι (alles seit Il.); dazu Präs. πέταμαι (poet. seit Sapph., Arist. u.a.) mit Aor. πετασθῆναι (Arist., LXX u.a.), ἴπταμαι (sp.; s. bes.); Aor. Akt. πτῆναι, Ptz. πτάς usw. (poet. seit Hes., auch hell. u. sp. Prosa); Fut. πτήσομαι (ion. att.), πετήσομαι (Ar.), Perf. κατέπτηκα (Men.),
Grammar: v.
Meaning: fliegen.
Composita : sehr oft m. Präfix, z.B. ἀνα-, ἀπο-, δια-, εἰσ-, ἐκ-, κατα-, ὑπερ-,
Derivative: Ableitungen: 1. ποτή f. das Fliegen, der Flug (ε 337, h. Merc. 544 [v. l. πτερύγεσσι]); 2. πτῆσις f. ib. (A., Arist. u.a.) mit πτήσιμος (Jul. u.a.; Arbenz 61); πτῆμα n. ib. (Suid.). 3. Adj. m. νο-Suffix: a. πτηνός, dor. πτανός beflügelt, flügge (Pi., Trag., Pl. u.a.); b. πετεινός, -ηνός ib. (ep. ion. poet. seit Thgn.; Πετήνη att. Schiffsname [Inschr.]), kaum von *πέτος (vgl. Chantraine Form. 196, Benveniste Origines 14), sondern eher direkt von πέτομαι nach φαεινός, ὀρεινός u.a.; πετηνός nach πτηνός?; c. πετεηνός, -εινός ib. (ep. poet. seit Il.), zerdehnte Form (Risch ̨ 35 d); d. ποτανός ib. (Pi., Epich., Trag. in lyr.; -ηνός ep. Dicht. bei Pl. Phdr. 252 b), wohl eher nach ποτάομαι als mit Detschew KZ 63, 228 von dem seltenen ποτή. — 4. Deverbativa: ποτάομαι, -έομαι, auch m. ἀμφι-, περι-, ἐκ- u.a., fliegen, flattern (ep. poet. seit Il.); πωτάομαι, auch m. ἐκ-, ἐπι-, ὑπερ-, ib. (Μ 287, h. Ap. 442 u.a.; vgl. Schwyzer 719 A. 3); dazu πωτήεις flatternd (Nonn.), auch πωτήματα pl. Flüge (A. Eu. 250; gew. mit Dindorf in ποτ- geändert). — 5. Komposita (Zusammenbildungen): a. -πέτης, dor. -πέτας m.., z.B. ὑψιπέτης, -ας m. hochfliegend (Hom., Pi. u.a.), erweitert -ήεις (Hom.); b. -πετής, z.B. ὑπερπετής darüber hinfliegend (hell. u. sp.); c. ἐκπετήσιμος flugfertig (Ar. u.a.; Hypothese zur Bildung bei Arbenz 60); d. ἀερσιπότης und -πότητος hochfliegend (Hes., AP, Norm.); trotz Fraenkel Nom. ag. 2, 95 eher zu ποτάομαι als von ποτή. — Zu πτερόν, πτέρυξ s. bes.
Etymology : Neben den thematischen πέτο-μαι, πτέ-σθαι steht der athematische schwachstufige Wz.-aorist πτάσθαι, ἔπτατο, πτάμενος wie φθάμενος (φθίμενος, φθίσθαι, ἔφθιτο u.a.). Die entsprechende Hochstufe in πτῆναι, ἔπταν, πτήσομαι kann alt sein (s. indessen unten). Zweifelhafter ist die Ursprünglichkeit des zweisilbigen πέταμαι, da Analogiebildung zu πτάσθαι nach πτέσθαι : πέτομαι ernst in Betracht kommt. Sichere Neubildungen sind ἴπταμαι (nach ἵσταμαι) und πετήσομαι (nach πέτομαι). Einzelheiten m. Lit. bei Schwyzer 742 u. 681 m. A. 9. — Zu πέτομαι stimmen formal, z.T. auch begrifflich, aind., air., lat. u. kelt. Formen, z.B. aind. pátati, aw. pataiti fliegen, fallen, anfallen, eilen, lat. petō ‘sich wohin begeben, eilen, (auf)suchen, verlangen’, akymr. hedant volant; fraglich dagegen das jedenfalls anders gebildete heth. piddāi- (pittii̯ami, pittāizzi usw.) laufen, eilen, fliehen. Ebenso decken sich ποτέομαι und aind. patáyati fliegen, eilen; dagegen ist πωτάομαι von aind. pātáyati fallen lassen, niederwerfen unabhängig. Sonst gehen die griech. u. aind. Systeme auseinander. Neben dem schwundstufigen thematischen Aorist πτέσθαι, ἐπτόμην steht im Aind. ein ebenfalls schwundstufiger und thematischer aber reduplizierter Aor. a-pa-pt-at. Das schwundstufige πτα- in πτάσθαι findet sich in Formen wie pa-pti-ma (Pf. 1. pl.) wieder (idg. ptə-); die entsprechende Hochstufe ptā- ist dagegen im Aind. nicht vertreten (πτῆναι somit analogisch nach φθῆναι, στῆναι u.a.?, Schwyzer 742). Ebenso gehen die zweisilbigen πετα- in πέταμαι und pati- (z.B. Fut. pati-ṣyáti) ohne geschichtlichen Zusammenhang nebeneinander her. — Weitere Formen m. reicher Lit. bei WP. 2, 19ff., Pok. 825f., W.-Hofmann s. petō. Vgl. πίπτω, auch πίτυλος.
Page 2,521-522

Chinese

原文音譯:pštomai 胚拖買
詞類次數:動詞(5)
原文字根:展開
字義溯源:飛*,飛禽
同源字:1) (ἐκπετάννυμι)飛 2) (πετεινόν)飛禽 3) (πέτομαι)飛 4) (πτερύγιον)小翅 5) (πτέρυξ)翅 6) (πτηνός)鳥
出現次數:總共(5);啓(5)
譯字彙編
1) 飛(4) 啓4:7; 啓8:13; 啓14:6; 啓19:17;
2) 她能飛(1) 啓12:14