ὀρθίαξ
English (LSJ)
-ᾱκος, ὁ, the lower part of a mast, Epich.106:—also ὀρθίας· ἱστὸς νεώς, Hsch.; also, sens. obsc., Id.
German (Pape)
[Seite 373] ακος, ὁ, der untere Teil des Mastbaums; Epich. bei Poll. 10, 134; Drac. 19, 6.
Greek (Liddell-Scott)
ὀρθίαξ: -ᾱκος, (Δράκων 19), ὁ, τὸ κάτω μέρος ἱστοῦ νεώς, Ἐπίχ. παρὰ Πολυδ. Ι΄, 134. Ὡσαύτως ὀρθίας, ου, Ἡσύχ.: «ὀρθίας ἱστὼς νεώς· τίθεται καὶ ἐπὶ κακεμφάτου», δηλ. ἀνδρικοῦ αἰδοίου.
Greek Monolingual
ὀρθίαξ, -ακος, ὁ (Α)
το κατώτατο μέρος του ιστού πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄρθιος + επίθημα -αξ, -ακος (πρβλ. νέαξ)].