Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεώς

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: νεώς Medium diacritics: νεώς Low diacritics: νεώς Capitals: ΝΕΩΣ
Transliteration A: neṓs Transliteration B: neōs Transliteration C: neos Beta Code: new/s

English (LSJ)

ώ, ὁ,

   A v. ναός.

Greek (Liddell-Scott)

νεώς: -ώ, ὁ, Ἀττ. ἀντὶ τοῦ ναός, (ὡς λεὼς ἀντὶ λαός), γεν. νεὼ Ἀριστοφ. Πλ. 733· δοτ. νεῲ Ἀντιφῶν 146. 4· αἰτ. νεὼν Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 340, Ἀριστοφ. Πλ. 741, Ξεν., κλ., (σπανίως νεὼ Bast. Ep. Crit. 176, Schäf. εἰς Γρηγ. 164): ― πληθ. ὀνομ. νεῲ Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 7, κτλ.· αἰτ. νεὼς Αἰσχύλ. Πέρσ. 810 (τὸ μόνον παρὰ Τραγ. χωρίον ἔνθατύπος οὗτος ἀπαντᾷ), Ἰσοκρ. 106Β.

French (Bailly abrégé)

1εώ (ὁ) :
att. c. ναός.
2acc. pl. de νεώς¹;
gén. att. de ναῦς.

Greek Monolingual

νεώς, ὁ (Α)
(αττ. τ.) βλ. ναός.

Greek Monotonic

νεώς: -ώ, ὁ, Αττ. αντί ναός (όπως λεώς αντί λαός), ναός, ιερό, σε Αισχύλ. κ.λπ.· γεν. νεώ, δοτ. νεῷ, αιτ. νεών· ονομ. πληθ. νεῴ, αιτ. νεώς.
νεώς: Αττ. γεν. του ναῦς.

Russian (Dvoretsky)

νεώς: ώ ὁ атт. = ναός I.

Russian (Dvoretsky)

νεώς: II атт. gen. к ναῦς.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: temple
See also: s. ναός.

Middle Liddell

attic for ναός, as λεώς for λαός
a temple, Aesch., etc.

Frisk Etymology German

νεώς: {neṓs}
Grammar: m.
Meaning: Tempel
See also: s. ναός.
Page 2,313