Anonymous

μελεδαίνω: Difference between revisions

From LSJ
5
(24)
(5)
Line 21: Line 21:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[μελεδαίνω]] (Α) [[μελεδών]]<br /><b>1.</b> [[μεριμνώ]] για [[κάτι]], [[επιμελούμαι]] [[κάτι]], [[φροντίζω]] («ἐμπίομαι, πενίης θυμοφθόρου οὐ μελεδαίνων», <b>Θέογν.</b>)<br /><b>2.</b> (με απρμφ.) έχω [[κατά]] νου, [[σκοπεύω]] να [[κάνω]] [[κάτι]] («γῆμαι δὲ κακὴν κακοῡ οὐ μελεδαίνει ἐσθλὸς [[ἀνήρ]]», <b>Θέογν.</b>)<br /><b>3.</b> [[θεραπεύω]], [[περιποιούμαι]] («τοὺς δὲ καὶ νοσέοντας αὐτῶν κατέλειπε, ἐπιτάσσων τῇσι πόλισι... μελεδαίνειν τε καὶ τρέφειν», <b>Ηρόδ.</b>).
|mltxt=[[μελεδαίνω]] (Α) [[μελεδών]]<br /><b>1.</b> [[μεριμνώ]] για [[κάτι]], [[επιμελούμαι]] [[κάτι]], [[φροντίζω]] («ἐμπίομαι, πενίης θυμοφθόρου οὐ μελεδαίνων», <b>Θέογν.</b>)<br /><b>2.</b> (με απρμφ.) έχω [[κατά]] νου, [[σκοπεύω]] να [[κάνω]] [[κάτι]] («γῆμαι δὲ κακὴν κακοῡ οὐ μελεδαίνει ἐσθλὸς [[ἀνήρ]]», <b>Θέογν.</b>)<br /><b>3.</b> [[θεραπεύω]], [[περιποιούμαι]] («τοὺς δὲ καὶ νοσέοντας αὐτῶν κατέλειπε, ἐπιτάσσων τῇσι πόλισι... μελεδαίνειν τε καὶ τρέφειν», <b>Ηρόδ.</b>).
}}
{{lsm
|lsmtext='''μελεδαίνω:''' ([[μέλω]]),·<br /><b class="num">1.</b> [[φροντίζω]] για [[κάτι]], κάποιον, [[προβληματίζομαι]] για κάποιο [[ζήτημα]], με γεν., σε Θέογν., Θεόκρ.<br /><b class="num">2.</b> με αιτ., [[περιποιούμαι]], [[ασχολούμαι]], σε Ηρόδ., Θεόκρ.<br /><b class="num">3.</b> με απαρ., <i>γῆμαι οὐ μελεδαίνει</i>, δεν ενδιαφέρεται να παντρευτεί, σε Θέογν.
}}
}}