3,274,498
edits
(9) |
(3) |
||
Line 30: | Line 30: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=ο (AM [[δεσπότης]]<br />Α θηλ. [[δεσπότις]], η και [[δεσπότειρα]], η)<br /><b>1.</b> ο [[κύριος]] του σπιτιού, ο [[ιδιοκτήτης]], ο [[οικοδεσπότης]]<br /><b>2.</b> ο Κύριος, ο Θεός<br /><b>3.</b> αυτός που έχει την απόλυτη [[κυριότητα]] κάποιου πράγματος<br /><b>μσν.- νεοελλ.</b><br />ο [[επίσκοπος]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>(κλητ.)</b> <i>Δέσποτα</i><br />[[προσφώνηση]] για οποιονδήποτε κληρικό, [[κυρίως]] για τον πρεσβύτερο<br /><b>2.</b> <b>παροιμ.</b> «καλά ειν' τα φαρδομάνικα μα τά φορούν οι δεσποτάδες» — για όσους επιθυμούν [[κάτι]] υπερβολικά ανώτερο τών δυνατοτήτων του<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br /><b>1.</b> [[τίτλος]] βασιλέων, αυτοκρατόρων, κυβερνητών, ανώτατων αξιωματούχων, πριγκίπων<br /><b>2.</b> ο [[Χριστός]]<br /><b>3.</b> ο Πατήρ<br /><b>μσν.</b><br /><b>1.</b> ο [[αυτοκράτορας]] του Βυζαντίου<br /><b>2.</b> ο [[ηγεμόνας]] δεσποτάτου<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> «ο του κόσμου τούτου [[δεσπότης]]» — ο [[διάβολος]]<br /><b>αρχ.</b><br />ο [[κύριος]] (σε [[αντίθεση]] με τους δούλους).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>δεμ</i>-<i>σ</i>-[[πότης]]. Η λ. [[δεσπότης]] ταυτίζεται με αντίστοιχο τύπο της αρχ. ινδ. <i>dampati</i>- (και με [[αντιμετάθεση]] <i>patirdan</i>), αβεστ. <i>d∂ng paitiš</i> «[[κύριος]] του σπιτιού». Πρόκειται για σύνθετη [[λέξη]], της οποίας το α' συνθετικό ανάγεται σε ΙΕ <i>dems</i>-, <i>το</i> οποίο άλλοι ερμήνευσαν ως γενική ενός αρχαίου ονόματος με σημ. «[[σπίτι]]» (<b>[[πρβλ]].</b> [[δόμος]]) και άλλοι ως παρεκτεταμένο τ. της ρίζας <i>dem</i>- του [[δέμω]] με ένα -<i>s</i>, μηδενισμένη [[βαθμίδα]] του επιθηματικού -<i>es</i>-. Για το β' συνθετικό <b>[[πρβλ]].</b> [[πόσις]] (<i>λατ</i>. <i>potis</i>). Ως [[προς]] τον μορφολογικό σχηματισμό η λ. [[δεσπότης]] εμφανίζεται με [[θέμα]] σε -<i>ā</i>, [[αντί]] του αναμενόμενου θέματος σε -<i>i</i> ([[πόσις]])<br /><b>[[πρβλ]].</b> [[αγκυλομήτης]] (<span style="color: red;"><</span> [[αγκύλος]] <span style="color: red;">+</span> [[μήτις]]). Η λ. [[δεσπότης]], όπως δείχνει και η [[ετυμολογία]] της, [[καθώς]] και οι αντίστοιχες λέξεις τών άλλων ΙΕ γλωσσών, είχε αρχικά τη [[σημασία]] «[[κύριος]] του σπιτιού, [[οικοδεσπότης]]», [[προς]] [[διάκριση]] από τους <i>οικέτες</i> «δούλους». Αργότερα, και συγκεκριμένα στους ρωμαϊκούς και στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους, η [[σημασία]] της λ. διευρύνθηκε και η λ. χαρακτήρισε τον ανώτατο ηγεμόνα και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο [[οποίος]] ήταν «[[κύριος]] του οίκου» του, δηλ. όλου του βασιλείου. Έπειτα η λ. έγινε [[τιμητικός]] [[τίτλος]] για ορισμένα [[μέλη]] της βασιλικής οικογένειας που αργότερα, επί τουρκοκρατίας, απονέμονταν στον χριστιανό διοικητή μιας επαρχίας (π.χ. [[δεσπότης]] του Μορέως). Τέλος, στη Νέα Ελληνική χρησιμοποιείται [[κυρίως]] ως ανώτατο εκκλησιαστικό [[αξίωμα]], αποδίδεται δηλ. στον επίσκοπο, ενώ με τη [[σημασία]] που δήλωνε αρχικά η λ. [[δεσπότης]] χρησιμοποιείται [[σήμερα]] το ήδη αρχαίο (μεταγενέστερο) σύνθετο του [[δεσπότης]], το [[οικοδεσπότης]]. Ήδη στην αρχαία η λ. [[δεσπότης]] έδωσε [[λαβή]] στον σχηματισμό διαφόρων παραγώγων και σύνθετων λέξεων, από τα οποία τα πιο [[σημαντικά]] [[είναι]]: α) ΠΑΡΑΓΩΓΑ: τα υποκοριστικά [[δεσποτίσκος]] και [[δεσποτίδιον]]<br />τα επίθετα [[δεσποτικός]], [[δεσπότειος]] και, με συριστικοποίηση του τ ([[τροπή]] του τ σε σ), [[δεσπόσυνος]] και [[δεσπόσιος]]<br />τα θηλ. ουσιαστικά [[δεσπότις]] (-<i>ιδος</i>) και [[δεσπότειρα]] (για τον σχηματισμό του θηλ. [[δέσποινα]] <b>βλ. λ.</b>)<br />τα (μετονοματικά) ρήματα [[δεσπόζω]], [[δεσποτέω]], -<i>ώ</i> και πιθ. [[δεσποτεύω]]. β) ΣΥΝΘΕΤΑ: <i>αυτοδεσπότης</i>, [[οικοδεσπότης]], [[συνοικοδεσπότης]], [[τριγωνοδεσπότης]] και [[φιλοδεσπότης]]. | |mltxt=ο (AM [[δεσπότης]]<br />Α θηλ. [[δεσπότις]], η και [[δεσπότειρα]], η)<br /><b>1.</b> ο [[κύριος]] του σπιτιού, ο [[ιδιοκτήτης]], ο [[οικοδεσπότης]]<br /><b>2.</b> ο Κύριος, ο Θεός<br /><b>3.</b> αυτός που έχει την απόλυτη [[κυριότητα]] κάποιου πράγματος<br /><b>μσν.- νεοελλ.</b><br />ο [[επίσκοπος]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>(κλητ.)</b> <i>Δέσποτα</i><br />[[προσφώνηση]] για οποιονδήποτε κληρικό, [[κυρίως]] για τον πρεσβύτερο<br /><b>2.</b> <b>παροιμ.</b> «καλά ειν' τα φαρδομάνικα μα τά φορούν οι δεσποτάδες» — για όσους επιθυμούν [[κάτι]] υπερβολικά ανώτερο τών δυνατοτήτων του<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br /><b>1.</b> [[τίτλος]] βασιλέων, αυτοκρατόρων, κυβερνητών, ανώτατων αξιωματούχων, πριγκίπων<br /><b>2.</b> ο [[Χριστός]]<br /><b>3.</b> ο Πατήρ<br /><b>μσν.</b><br /><b>1.</b> ο [[αυτοκράτορας]] του Βυζαντίου<br /><b>2.</b> ο [[ηγεμόνας]] δεσποτάτου<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> «ο του κόσμου τούτου [[δεσπότης]]» — ο [[διάβολος]]<br /><b>αρχ.</b><br />ο [[κύριος]] (σε [[αντίθεση]] με τους δούλους).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>δεμ</i>-<i>σ</i>-[[πότης]]. Η λ. [[δεσπότης]] ταυτίζεται με αντίστοιχο τύπο της αρχ. ινδ. <i>dampati</i>- (και με [[αντιμετάθεση]] <i>patirdan</i>), αβεστ. <i>d∂ng paitiš</i> «[[κύριος]] του σπιτιού». Πρόκειται για σύνθετη [[λέξη]], της οποίας το α' συνθετικό ανάγεται σε ΙΕ <i>dems</i>-, <i>το</i> οποίο άλλοι ερμήνευσαν ως γενική ενός αρχαίου ονόματος με σημ. «[[σπίτι]]» (<b>[[πρβλ]].</b> [[δόμος]]) και άλλοι ως παρεκτεταμένο τ. της ρίζας <i>dem</i>- του [[δέμω]] με ένα -<i>s</i>, μηδενισμένη [[βαθμίδα]] του επιθηματικού -<i>es</i>-. Για το β' συνθετικό <b>[[πρβλ]].</b> [[πόσις]] (<i>λατ</i>. <i>potis</i>). Ως [[προς]] τον μορφολογικό σχηματισμό η λ. [[δεσπότης]] εμφανίζεται με [[θέμα]] σε -<i>ā</i>, [[αντί]] του αναμενόμενου θέματος σε -<i>i</i> ([[πόσις]])<br /><b>[[πρβλ]].</b> [[αγκυλομήτης]] (<span style="color: red;"><</span> [[αγκύλος]] <span style="color: red;">+</span> [[μήτις]]). Η λ. [[δεσπότης]], όπως δείχνει και η [[ετυμολογία]] της, [[καθώς]] και οι αντίστοιχες λέξεις τών άλλων ΙΕ γλωσσών, είχε αρχικά τη [[σημασία]] «[[κύριος]] του σπιτιού, [[οικοδεσπότης]]», [[προς]] [[διάκριση]] από τους <i>οικέτες</i> «δούλους». Αργότερα, και συγκεκριμένα στους ρωμαϊκούς και στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους, η [[σημασία]] της λ. διευρύνθηκε και η λ. χαρακτήρισε τον ανώτατο ηγεμόνα και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο [[οποίος]] ήταν «[[κύριος]] του οίκου» του, δηλ. όλου του βασιλείου. Έπειτα η λ. έγινε [[τιμητικός]] [[τίτλος]] για ορισμένα [[μέλη]] της βασιλικής οικογένειας που αργότερα, επί τουρκοκρατίας, απονέμονταν στον χριστιανό διοικητή μιας επαρχίας (π.χ. [[δεσπότης]] του Μορέως). Τέλος, στη Νέα Ελληνική χρησιμοποιείται [[κυρίως]] ως ανώτατο εκκλησιαστικό [[αξίωμα]], αποδίδεται δηλ. στον επίσκοπο, ενώ με τη [[σημασία]] που δήλωνε αρχικά η λ. [[δεσπότης]] χρησιμοποιείται [[σήμερα]] το ήδη αρχαίο (μεταγενέστερο) σύνθετο του [[δεσπότης]], το [[οικοδεσπότης]]. Ήδη στην αρχαία η λ. [[δεσπότης]] έδωσε [[λαβή]] στον σχηματισμό διαφόρων παραγώγων και σύνθετων λέξεων, από τα οποία τα πιο [[σημαντικά]] [[είναι]]: α) ΠΑΡΑΓΩΓΑ: τα υποκοριστικά [[δεσποτίσκος]] και [[δεσποτίδιον]]<br />τα επίθετα [[δεσποτικός]], [[δεσπότειος]] και, με συριστικοποίηση του τ ([[τροπή]] του τ σε σ), [[δεσπόσυνος]] και [[δεσπόσιος]]<br />τα θηλ. ουσιαστικά [[δεσπότις]] (-<i>ιδος</i>) και [[δεσπότειρα]] (για τον σχηματισμό του θηλ. [[δέσποινα]] <b>βλ. λ.</b>)<br />τα (μετονοματικά) ρήματα [[δεσπόζω]], [[δεσποτέω]], -<i>ώ</i> και πιθ. [[δεσποτεύω]]. β) ΣΥΝΘΕΤΑ: <i>αυτοδεσπότης</i>, [[οικοδεσπότης]], [[συνοικοδεσπότης]], [[τριγωνοδεσπότης]] και [[φιλοδεσπότης]]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''δεσπότης:''' -ου, ὁ, κλητ. δέσποτᾰ,<br /><b class="num">I. 1.</b> [[αφέντης]], [[άρχοντας]], [[κύριος]] του σπιτιού, [[ιδιοκτήτης]], [[οικοδεσπότης]], Λατ. [[herus]], [[dominus]], σε Αισχύλ., κ.λπ· [[κυρίως]] σε [[σχέση]] με τους δούλους, ώστε η [[προσφώνηση]] ενός δούλου προς τον κύριό του ήταν, ὦ δέσποτ' [[ἄναξ]] ή [[ὦναξ]] δέσποτα, σε Αριστοφ.<br /><b class="num">2.</b> λέγεται για τους Ασιάτες άρχοντες, [[δεσπότης]], [[τύραννος]], [[απόλυτος]] [[μονάρχης]], [[αυθέντης]], [[δυνάστης]], του οποίου οι υπήκοοι είναι δούλοι, σε Ηρόδ., Θουκ.· ο πληθ. χρησιμ. από τους ποιητές για μεμονωμένα πρόσωπα, όπως <i>τύραννοι</i>, σε Αισχύλ.<br /><b class="num">3.</b> λέγεται για τους θεούς, σε Ευρ., Ξεν.<br /><b class="num">II.</b> γενικά, [[ιδιοκτήτης]], [[κύριος]], [[αφέντης]], [[κάτοχος]], <i>κώμου</i>, σε Αισχύλ., Σοφ. (η [[κατάληξη]] -[[πότης]] προέρχεται πιθ. από την [[ίδια]] [[ρίζα]] όπως το [[πόσις]], και Λατ. pot-is, pot-ior· το <i>δεσ-</i> είναι αμφίβ.). | |||
}} | }} |