Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

English > Greek (Woodhouse)

woodhouse 474.jpg

v. trans. and absol.

P. and V. ὀδύρεσθαι, ἀποδύρεσθαι, πενθεῖν, θρηνεῖν, ἀποκλάειν (or mid.). στένειν (rare P. but used Dem. 300 and 308), στενάζειν (Dem. 835 but rare P.), δακρύειν, κλάειν (or mid. in V.), P. ὀλοφύρεσθαι, ἀπολοφύρεσθαι, ἀνολοφυρεσθαι, Ar. and V. οἰμώζειν, ἀποιμώζειν, κωκύειν, γοᾶσθαι, V. ἀναστένειν, καταστένειν, ἀνακωκύειν (absol.), δύρεσθαι, θρηνῳδεῖν, ἀνολολύζειν, κατοιμώζειν, ἐξοιμώζειν (absol.); see wail.

beat the breast: P. and V. κόπτεσθαι, V. ἀποκόπτεσθαι.

be vexed at: Ar. and P. ἀγανακτεῖν (dat.), χαλεπαίνειν (dat.), P. δυσχεραίνειν, (dat.), V. δυσφορεῖν (dat.), πικρῶς φέρειν (acc.).

lament over: V. ἐπιστένειν (dat.), ἐπιστενάζειν (dat.), ἐποιμώζειν (dat.), ἐπικωκύειν (acc.).

lament with: V. συστενάζειν (dat.).


See lamentation.