αετής

From LSJ

τὸ δὲ ποιεῖν ἄνευ νοῦ ἃ δοκεῖ καὶ σὺ ὁμολογεῖς κακὸν εἶναι: ἢ οὔ → but doing what one thinks fit without intelligence is—as you yourself admit, do you not?—an evil

Source

Greek Monolingual

ἀετής, -ές (Α)
ο αὐετής.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < -Fετής (με σίγηση του ενδοφωνηεντικού F) < - αθροιστ. + ἔτος.