Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄνευ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἄνευ Medium diacritics: ἄνευ Low diacritics: άνευ Capitals: ΑΝΕΥ
Transliteration A: áneu Transliteration B: aneu Transliteration C: anev Beta Code: a)/neu

English (LSJ)

Megarian and Hellenistic ἄνις (q. v.);

   A ἄνευν IG4.1484.58 (Epid.); ἄνευς GDI1157 (Olymp.):—Prep. (never used in compos.) c. gen. (c. acc. only GDIl.c.), without, opp. σύν, ἄνευ ἕθεν οὐδὲ σὺν αὐτῷ 11.17.407; ἄ. κέντροιο without the goad, 23.387; μόνος ἄ. τινός Ar.Lys.143, Pl.Smp.217a; in pregnant sense, ἄ. θεῶν, mostly with neg., οὔτι ἄ. θεοῦ ἥδε γε βουλή Od.2.372; οὔ τοι ἄ. θεοῦ ἔπτατο . . ὄρνις 15.531; οὐκ ἄ. θεῶν τινος A.Pers.164; μηδὲ θύεσθαι μέν τιν' ἰδίᾳ ἄ. τοῦ ἄρχοντος Aen.Tact.10.4; also without neg., ἄ. ἐμέθεν without my knowledge and will, 11.15.213; ἄ. πολιτᾶν without their consent, A.Ch.431; ἄ. τοῦ κραίνοντος S.OC926; ἄ. τοῦ ὑγιεινοῦ without reference to health, Pl.Grg.518d, cf. 519a; οὐκ ἐνδέχεται ζῆν ἄ. κακοῦ τινος Diph.32.12,etc.    II away from, far from, ἄ. δηΐων 11.13.556; ἄ. ὄψου ποιεῖν τινας ἑστιωμένους Pl.R.372c, cf. Hp.Ma.290e.    III in Prose, except, besides, πάντα ἄ. χρυσοῦ Id.Criti.112c; ἄ. τοῦ καλὴν δόξαν ἐνεγκεῖν praeterquam quod attulerit .., D.18.89; καὶ ἄ. τοῦ λαμβάνειν even without it, X.Cyr.5.4.28.—In early writers it rarely follows its case, ὑφηγητοῦ δ' ἄ. S.OC502; ὧν ἄ. X.Cyr.6.1.14; freq. in later Prose, as always in Arist., Metaph.1071a2, al., cf. Plu.2.47c, etc. (Cf. Goth. inu, OHG. ᾱνο 'without'; perh. akin to neg. pref. ἀ-.)

German (Pape)

[Seite 226] (vgl. ἀν– ἀ privativum), praepos. c. gen., die aber keine Zusammensetzungen bildet; – 1) ohne, sowohl von Personen als von Sachen gebraucht, von Hom. an überall, ἄνευ ἕθεν, οὐδὲ σὺν αὐτῷ Il. 17, 407; ἄνευ θεοῦ, ohne göttlichen Willen, ohne göttlichen Beistand, Od. 2, 372. 15, 531; ἄνευ ἐμέθεν, ohne mein Wissen und Wollen, Il. 15, 213; vgl. ἄνευ ἐμοῦ Plat. Theag. 122 a; ἄνευ τῆς ἐμῆς γνώμης Isocr. 3, 54; vgl. Soph. O. C. 671; ἄνευ γε τοῦ κραίνοντος, ohne Geheiß des Herrschers, 930. – 2) abgesondert, entfernt von, ἄνευ δηίων Iliad. 13, 556. – 3) Bei den Att. außer, πάντα ἄνευ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου Plat. Criti. 112 c; bes. beim inf., Xen. Cyr. 1, 6, 12. 5, 4, 13. Selten steht es seinem Casus nach, wie ὧν ἄνευ Xen. Cyr. 6, 1, 14; Luc. D. Mort. 22.

Greek (Liddell-Scott)

ἄνευ: παρὰ Μεγαρεῦσι καί τισι μεταγεν. ποιητ. ἄνις, ὃ ἴδε (ἴδε ἐν ἄρθρ. ἀν-, ἀρνητ. προθεματ. ἀχώριστον μόριον): ― Πρόθεσις (οὐδέποτε κειμένη ἐν συνθέσει) μετὰ γεν., χωρίς, ἀντιθέτως πρὸς τὴν σύν, ἄνευ ἔθεν, οὐδὲ σὺν αὐτῷ Ἰλ. Ρ. 407˙ ἄνευ κέντροιο, ἄνευ τῆς χρήσεως κέντρου, Ψ. 387˙ μόνος ἄνευ τινὸς Ἀριστοφ. Λυσ. 143, Πλατ. Συμπ. 217Α: ― ἐπὶ περιεκτικῆς σημασίας, ἄνευ θεῶν (δηλ. ἄνευ τῆς ἐπινεύσεως, τῆς θελήσεως ἢ τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θεῶν)˙ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀρνήσεως, ὡς παρὰ Λατ. non sine Diis, οὔτοι ἄνευ θεοῦ ἥδε γε βουλὴ Ὀδ. Β. 372˙ οὔ τοι ἄνευ θεοῦ ἔπτατο ... ὄρνις Ο. 531˙ οὐκ ἄνευ θεῶν τινος Αἰσχύλ. Πέρσ. 163˙ ὡσαύτως ἄνευ ἀρνητικοῦ μορίου, ἄνευ ἐμέθεν, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζω καὶ νὰ τὸ θέλω, Ἰλ. Ο. 213˙ ἄνευ πολιτῶν Αἰσχύλ. Χο. 431˙ ἄνευ τοῦ κραίνοντος, Λατ. injussu regis, Σοφ. Ο. Κ. 926˙ ἄνευ τοῦ ὑγιεινοῦ, ἀσχέτως πρὸς τὸ ὑγιεινόν, τὴν ὑγείαν, Πλάτ. Γοργ. 518D, πρβλ. 519Α˙ οὐκ ἐνδέχεται γὰρ ζῆν ἄνευ κακοῦ τινος Δίφιλ. ἐν «Ἐμπόρῳ» 1.12, κτλ. ΙΙ. μακρὰν ἀπὸ, ἄνευ δηΐων Ἰλ. Ν. 556˙ ἄνευ ὄψου ποιεῖν τινας ἐστιωμένους Πλάτ. Πολ. 372C, πρβλ. Ἱππ. Μείζ. 290Ε. ΙΙΙ. παρὰ πεζοῖς, ἐκτός, πλήν, ὡς τὸ χωρίς˙Ϗ πάντα ἄνευ χρυσοῦ Πλάτ. Κριτί. 112C˙Ϗ ἄνευ τοῦ καλὴν δόξαν ἐνεγκεῖν, πλὴν τοῦ …, Λατ. praeterquam quod abstulerit..., Δημ. 255. 10˙ καὶ ἄνευ τοῦ λαμβάνειν Ξεν. Κύρ. 5. 4, 28. ― Παρ’ Ἀττ. σπανιώτατα ἐπιτάσσεται, ὑφηγητοῦ γ’ ἄνευ (Ἕρμανν. καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἐν οἷς καὶ ὁ Jebb δίχα) Σοφ. Ο. Κ. 502˙ ὧν ἄνευ Ξεν. Κύρ. 6. 1, 14˙ συχνότερον παρὰ μεταγεν. πεζοῖς, π.χ. παρὰ Πλουτ., κτλ.

French (Bailly abrégé)

prép.
séparément de, avec le gén., d’où :
I. loin de : ἄνευ δηΐων IL hors de l’atteinte de l’ennemi;
II. hors de, hormis, excepté;
III. d’ord. :
1 sans;
2 particul. sans la volonté de, malgré : ἄνευ ἐμέθεν IL sans mon assentiment, malgré moi ; ἄνευ τοῦ κραίνοντος SOPH sans l’aveu du roi ; οὔτι ἄνευ θεοῦ OD non malgré une divinité, à l’instigation d’une divinité.
Étymologie: DELG obsc. -- Babiniotis cf. skr. sanu-tar « loin de ».

English (Autenrieth)

(ἀν-): prep., w. gen., without; ἄνευ θεοῦ, ‘without divine aid,’ Od. 2.372, Il. 15.213 ; ἄνευ δηΐων, ‘clear of,’ Il. 13.556.

English (Slater)

ᾰνευ prep. c. gen.,
   1 without ἄνευ δὲ θεοῦ, σεσιγαμένον οὐ σκαιότερον χρῆμ' ἕκαστον (O. 9.103) ἄνευ Χαρίτων (P. 2.42) “τὰ μὲν ἄνευ ξυνᾶς ἀνίας λῦσον” (P. 4.154) εἰ δέ τις ὄλβος ἐν ἀνθρώποισιν, ἄνευ καμάτου οὐ φαίνεται (P. 12.28) ὃς καὶ Ἰαολκὸν εἷλε μόνος ἄνευ στρατιᾶς (N. 3.34) κτείνοντ' ἐλάφους ἄνευ κυνῶν δολίων θἑρκέων (N. 3.51) οἴκαδε κλυτοκάρπων οὐ νέοντ' ἄνευ στεφάνων (N. 4.77) ἄνευ σέθεν οὐ φάος (N. 7.2) μόνον ἄνευ συμμαχίας ἴμεν fr. 169. 46.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): megar. ἄνις Ar.Ach.798, 834, IG 14.432.9 (Tauromenio), Call.Fr.3.1, Lyc.350, Nic.Al.419, GVI 1522.3 (Cirene II d.C.); ἄνευν IG 4.1484.58 (Epidauro IV a.C.); ἄνευς IO 3

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [en anástrofe en gr. tard., pero ya en X.Cyr.6.1.14]
A prep. de gen.
I 1indic. falta de compañía sin c. gen. de pers. ἄνευ ἕθεν, οὐδὲ σὺν αὐτῷ Il.17.407, ἄνευ προπόλου Xenoph.1.18, μόνος ἄνευ στρατιᾶς Pi.N.3.34, ἄνευ πολιτᾶν sin consentimiento de los ciudadanos A.Ch.431, ἄνις γα τῶ πατρός Ar.Ach.798, cf. 834, ἄνις ... τιθήνης Nic.Al.419
c. gen. de cosas ἄνευ δεσμοῖο sin necesidad de cable, Od.13.100, ἄνευ ψωλᾶς μόνας solas, privadas del miembro viril de las mujeres, Ar.Lys.143, ἄνις ἐπιδεκάτου IG 14.432.9 (Tauromenio), ἄνις αὐλῶν Call.Fr.3.1, GVI l.c., ἄνις τεράμνων Lyc.350
c. gen. de abstr. ὁ πλοῦτος ἄνευ ἀρέτας la riqueza sin virtud Sapph.148.1, ἄνευ φθόνου no acompañado de envidia S.El.1466, ἄνευ τοῦ ὑγιεινοῦ sin tener en cuenta la higiene Pl.Grg.518d, ἄνευ τῆς ἐμῆς γνώμης sin contar con mi opinión Isoc.3.54, cf. Plb.3.21.7, ἄνευ δίκης A.Ch.1027, E.Supp.233, ἄνευ λόγου sin que mediara palabra, 1Ep.Petr.3.1, οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος ... εὑρήσεις τὸ νοεῖν pues no hallarás el pensamiento sin el ser Parm.B 8.35, ἄνευ μεγέθους Arist.Metaph.1073a38 τῶν οὐσιῶν ἄνευ Arist.Metaph.1071a2.
2 indic. separación sin οὐ γὰρ ἄνευ δηΐων ἦν, ἀλλ' ... pues no estaba lejos de los enemigos, sino ..., Il.13.556.
3 indic. el agente sin ἄνευ κέντροιο θέοντες corriendo sin necesidad de aguijón, Il.23.387, ἄνευ θεοῦ Od.2.372, Pi.O.9.103, ἄνευ θεῶν Simon.21, cf. A.Pers.164, E.Ba.764, ἰδίᾳ ἄνευ τοῦ ἄρχοντος Aen.Tact.10.4.
II en enumeraciones excepto πάντα ... ἄνευ χρυσοῦ Pl.Criti.112c
aparte de ἄνευ τοῦ καλὴν δόξαν ἐνεγκεῖν D.18.89, ἄνευ τοῦ λαμβάνειν X.Cyr.5.4.28.
B prep. de ac. sin ἄνευς βωλάν IO l.c.

• Etimología: Rel. ya c. gót. inu, aaa. anu ‘sin’, ai. anu ‘a lo largo de’; ya c. ai, sanutár ‘aparte’, ‘a solas’, lat. sine ‘sin’, lo que haría interpretar ἄνευ como una forma psilótica. Más prob. es la primera hipótesis y que haya que partir en definitiva de *(H)enH3- ‘moverse de arriba abajo’, cf. νεύω.

English (Strong)

a primary particle; without: without. Compare Α.

English (Thayer)

preposition with the genitive, without: without one's will or intervention (often so in Greek writings from Homer down): χωρίς, see Tittm. i., p. 93 f; Ellicott on Green, Critical Notes, etc. (on Romans 3:28).)

Greek Monolingual

(AM ἄνευ)
(πρόθ. καταχρηστική που προτάσσεται και σπάνια επιτάσεται στην Αρχαία) χωρίς, δίχως
νεοελλ.
φρ. «είναι εκ των ων ουκ άνευ» — είναι απαραίτητος
μσν.
(και ως σύνδ.) εκτός (αν), παρά μόνο, αλλά
αρχ.
1. μακριά
2. άσχετα από κάτι
3. εκτός του ότι, πλην.
[ΕΤΥΜΟΛ. Για την ετυμολογία της λ. υπάρχουν δύο υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο τ. συνδέεται με τις γερμ. λέξεις: γοτθ. inu (< enu) «χωρίς», αρχ. γερμ. ānu, «χωρίς», (ēnu και αρχ. ινδ. anu, ānu-sak «με τη σειρά». Κατά τη δεύτερη υπόθεση, το άνευ συνδέεται με το αρχ. ινδ. sanu-tar «μακριά από, έξω», λατ. sine «χωρίς» κ.ά. Αυτή η δεύτερη εκδοχή φαίνεται λιγότερο πιθανή γιατί προϋποθέτει την ύπαρξη s-στη λέξη. Η σημασία της λ. ήταν αρχικά «μακριά από, χωρίς» και έπειτα «εκτός, πλην, εξόν». Εμφανίζεται, όπως και οι γερμ. λέξεις με τις οποίες συνδέεται, μόνο ως πρόθεση με γενική, αλλά επειδή οι εκτεταμένοι τ. της λέξης, άνενθε(ν) και απάνευ-θε(ν) στο Όμηρο λειτουργούν επίσης ως επιρρ., μπορούμε να υποθέσουμε ότι το άνευ, το γοτθ. inu κ.τ.ό. ήταν αρχικά επιρρήματα. Το άνευ δεν χρησιμοποιείται ως προρρηματικό. Εξάλλου τύποι με επιρρ. -ς ή -ν μερικές φορές εναλλάσσονται μεταξύ τους καθώς και με τύπους χωρίς -ς ή -ν, γι' αυτό υπάρχουν οι παράλληλοι τ. της λέξης: άνευν (Επίδαυρος), άνευς (Ολυμπία), καθώς και το μεγαρικό άνις, που χρησιμοποιήθηκε επίσης από τους Αλεξανδρινούς ποιητές, και που σχηματίστηκε πιθ. αναλογικά προς το χωρίς.
ΠΑΡ. αρχ. άνευ-θε(ν), απάνευθε(ν)].

Greek Monotonic

ἄνευ: (ἀνα-), πρόθ. με γεν.,
I. χωρίς, οὐκ ἄνευ θεῶν, Λατ. non sine Diis, όχι χωρίς θεϊκή βοήθεια, σε Ομήρ. Οδ.· ἄνευ ἐμέθεν, χωρίς δική μου επίγνωση, σε Ομήρ. Ιλ.· ἄνευπολιτῶν, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, σε Αισχύλ.
II. μακριά από, ἄνευ δηΐων, σε Ομήρ. Ιλ.
III. στον Πεζό Λόγο, εκτός, πλην, όπως το χωρίς, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἄνευ: praep. cum gen.
1) без (ἄ. ἕθεν Hom.; ἄ. άκολούθου Plat.; ὧν ἄ. Xen., Arst.): ἄ. φθόνου Soph. без желания оскорбить (богов);
2) без ведома, согласия или содействия: οὔ τοι ἄ. θεοῦ Hom. не без воли бога; ἄ. ἐμοῦ Plat. без моего ведома;
3) кроме, помимо (πάντα ἄ. χρυσοῦ καὶ ἀργύρου Plat.): ἄ. τοῦ καλὴν δόξαν ἐνεγκεῖν Dem. не считая того, что (война) покрыла славой;
4) вдалеке, вдали от (ἄ. δηΐων Hom.).

Etymological

Grammatical information: adv.
Meaning: far from, without (Il.).
Dialectal forms: ἄνευν (Epidauros), ἄνευς (Olympia), ἄνις (Megara ap. Ar., cf. χωρίς), cf. Schwyzer-Debrunner 535 : 4a.
Derivatives: ἄνευθε(ν) (Il.) and ἀπάνευθεν.
Origin: IE [Indo-European] [907] *sen-i, sn̥-? without
Etymology: No exact correspondent. ἄνευ looks like an old locative of an u-stem. One compares Germanic forms, Goth. inu without (< *enu), OHG ānu id. (< *ēnu), but this cannot explain the Greek ἀ-. (Skt. ánu along does not fit the meaning.) Better Skt. sanu-tár away, off, aside (*sen(H)u- or *snHu-?), Lat. sine without <*seni < *snh₁-i, Toch. A sne, B snai (*snh-ei). The Greek form prob. from *snh₁-eu > *saneu. In this case ἄνευ must be a psilotic form. Wackernagel Symb. phil. Danielsson 390 A. 1. Prob. cognate with ἄτερ (s.v.), which can only be *sn̥-, without laryngeal.

Middle Liddell

[ἀνά]
I. prep. c. gen. without, οὐκ ἄνευ θεῶν, Lat. non sine Diis, not without divine aid, Od.; ἄνευ ἐμέθεν without my knowledge, Il.; ἄνευ πολιτῶν without their consent, Aesch.
II. away from, far from, ἄνευ δηΐων Il.
III. in Prose, except, besides, like χωρίς, Xen.