Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἶναι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek (Liddell-Scott)

εἶναι: ἀπαρ. τοῦ εἰμὶ (ὑπάρχω). ΙΙ. ἐν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 351 τῷ προσιόντι προσεῖναι (ἔνθα κεῖται αντὶ του προσιέναι, ἀπαρ. τοῦ πρόσειμι, πλησιάζω) πιθανῶς εἶναι ἐφθαρμένον.

French (Bailly abrégé)

inf. de εἰμί.

English (Strong)

present infinitive from εἰμί; to exist: am, was. come, is, X lust after, X please well, there is, to be, was.

Greek Monotonic

εἶναι:I. απαρ. του εἰμί (sum).
II. στον Ησίοδ., αντί ἰέναι, απαρ. του εἶμι (ibo, προχωρώ).

Russian (Dvoretsky)

εἶναι: inf. к εἰμί.