γνέφος

From LSJ

Αὐρήλιοι... πατρὶ... καὶ μητρὶ... μνήμης χάριν → The Aurelii, in memory of their father and mother (inscription from Aizonai, Phrygia)

Source

Greek Monolingual

το
το σύννεφο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γ- προθετικό + νέφος (πρβλ. γνέφω, γνοιάζομαι].