ευμενής
From LSJ
Greek Monolingual
-ές (ΑΜ εὐμενής)
1. (για θεούς και ανθρώπους) ευνοϊκά διατεθειμένος, ευνοϊκός, αγαθός, καλός, καλοπροαίρετος (α. «Ποσείδαον, εὐμενὲς ἦτορ ἔχων», Πίνδ.
β. «εὐμενεῖς γὰρ ὄντας ἡμᾶς τῶνδε συμβούλους», Αισχύλ.)
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐμενές
α. η εύνοια τών θεών
β. γεν. η ευμένεια
2. (για ενέργειες ή καταστάσεις) καλός, ευνοϊκός («εὐμενεῖ τύχᾳ», Πίνδ.)
3. (για τόπους και πράγματα) ευνοϊκός, κατάλληλος («γῃ εὐμενὴς ἐναγωνίσασθαι», Θουκ.)
4. (για νερά ποταμού) ευεργετικός («Σπερχειὸς ἄρδει πεδίον εὐμενεῖ πότῳ», Αισχύλ.)
5. (για τον αέρα) ήπιος, μαλακός
6. (για φάρμακα) θεραπευτικός, ευεργετικός, ανακουφιστικός
7. ευχάριστος
8. (για δρόμο) εύκολος, ευκολοδιάβατος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -μενής (< μένος)].