ησκιογλιστρώ

From LSJ

Πάντα ταῦτα ἐπείρασα ἐν τῇ σοφίᾳ: εἶπα Σοφισθήσομαι, καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ' ἐμοῦ· κτλ. (Εcclesiastes 7:23f., LXX version) → I tried to give proof in wisdom of all those things; I said, I will be wise, but that wisdom was far from me ...

Source

Greek Monolingual

-άω
(ποιητ. τ.) γλιστρώ σαν ήσκιος, γλιστρώ χωρίς να γίνω αντιληπτός ή με μεγάλη ευκολία («τα σύννεφα... ησκιογλιστρούσαν στις πλαγιές θλιμμένα», Πορφύρ.).