αντιληπτός Search Google

From LSJ

Ἔνεισι καὶ γυναιξὶ σώφρονες τρόποι → Insunt modesti mores etiam mulieri → Auch Frauen haben in sich weise Lebensart

Menander, Monostichoi, 160

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἀντιληπτός, -ή, -ό)
νεοελλ.
1. αυτός που υποπίπτει στην αντίληψη, ο κατανοητός
2. αυτός που τον αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις
αρχ.
τά ἀντιληπτά
τα αισθητά.