τυροειδοποίηση

From LSJ

ἀσκεῖν περὶ τὰ νοσήματα δύο, ὠφελεῖν ἢ μὴ βλάπτειν → strive, with regard to diseases, for two things — to do good, or to do no harm | as to diseases, make a habit of two things — to help, or at least, to do no harm

Source

Greek Monolingual

η, Ν
ιατρ. πήξη και νέκρωση φυματιώδους εξιδρώματος με σχηματισμό υποκίτρινων εύθρυπτων μαζών που θυμίζουν πήγματα τυριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. επιστημ. όρου, πρβλ. γαλλ. caseification].