γήθω: Difference between revisions

From LSJ

ἄνθρωπός ἐστι πνεῦμα καὶ σκιὰ μόνον → human being is only a breath and a shadow, man is but a breath and a shadow

Source
(CSV import)
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(\(=)(\w+), (\w+)(\))" to "$1$2, $3$4")
 
Line 9: Line 9:
}}
}}
{{mantoulidis
{{mantoulidis
|mantxt=ἤ [[γηθέω]] (=χαίρομαι, ἀγάλλομαι). Ἀπό ρίζα γα- (γαν-γαϝ). Θέμα γήθ+ω.<br><b>Παράγωγα:</b> [[γῆθος]], [[γηθοσύνη]], [[γηθόσυνος]], γηθοσύνως.
|mantxt=ἤ [[γηθέω]] (=[[χαίρομαι]], [[ἀγάλλομαι]]). Ἀπό ρίζα γα- (γαν-γαϝ). Θέμα γήθ+ω.<br><b>Παράγωγα:</b> [[γῆθος]], [[γηθοσύνη]], [[γηθόσυνος]], γηθοσύνως.
}}
}}

Latest revision as of 12:42, 29 November 2022

German (Pape)

[Seite 489] nur poet., = γηθέω, γήθοντι Orph. H. 15, 10; γήθουσα 54, 16; γήθει 77, 10; – γηθόμενος Qu. Sm. 14, 92; Crinag. 8 (VI, 261); ἥδονται καὶ γήθονται Sext. Emp. adv. math. 11, 107.

Greek (Liddell-Scott)

γήθω: ἴδε γηθέω.

Spanish (DGE)

v. γηθέω.

Mantoulidis Etymological

γηθέω (=χαίρομαι, ἀγάλλομαι). Ἀπό ρίζα γα- (γαν-γαϝ). Θέμα γήθ+ω.
Παράγωγα: γῆθος, γηθοσύνη, γηθόσυνος, γηθοσύνως.