Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γηθοσύνη

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: γηθοσύνη Medium diacritics: γηθοσύνη Low diacritics: γηθοσύνη Capitals: ΓΗΘΟΣΥΝΗ
Transliteration A: gēthosýnē Transliteration B: gēthosynē Transliteration C: githosyni Beta Code: ghqosu/nh

English (LSJ)

ἡ,

   A joy, delight, Il.13.29, 21.390, Ph.1.354; = Φιλία (q. v.), Emp.17.24: in pl., h.Cer.437, A.R.2.878.

Greek (Liddell-Scott)

γηθοσύνη: ἡ, χαρά εὐφροσύνη, Ἰλ. Ν. 29, Φ. 390· κατὰ πληθ., Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 437, Ἀπολ. Ρόδ. Β. 878.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
joie, plaisir.
Étymologie: γηθόσυνος.

English (Autenrieth)

(γηθέω): joy, gladness, dat., Il. 13.29 and Il. 21.390.

Greek Monolingual

γηθοσύνη, η (AM)
χαρά, ευφροσύνη, ευχαρίστηση
αρχ.
η «φιλότης», η αρμονική σχέση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω, ενώ κατ' άλλους < γήθος, μολονότι η λ. μαρτυρείται μεταγενέστερα].

Greek Monotonic

γηθοσύνη: ἡ (γηθέω), χαρά, αγαλλίαση, ευφροσύνη, τέρψη, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

γηθοσύνη: ἡ тж. pl. радость Hom., HH Plut.

Middle Liddell

γηθέω
joy, delight, Il.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γηθοσύνη -ης, ἡ γηθέω blijdschap.