λευκάνθεμον: Difference between revisions
From LSJ
Τὶ δὲ σὺ διά τὸν Θεὸν δύνασαι ἀρνηθῆναι; Οἷον δὲ μέτρον ἀγάπης τῶν ἀγαπώντων σε ἐστί; (Χρύσανθος Καταπόδης, Σχολὴ Ζωῆς) → ?
(c1) |
(6_21) |
||
Line 12: | Line 12: | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0033.png Seite 33]] τό (Weißblume), eine Pflanze, zu den Kamillen gehörig, Diosc. | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0033.png Seite 33]] τό (Weißblume), eine Pflanze, zu den Kamillen gehörig, Diosc. | ||
}} | |||
{{ls | |||
|lstext='''λευκάνθεμον''': τό, λευκὸν [[ἄνθος]], ὡς τὸ [[χρυσάνθεμον]], [[ὄνομα]] διαφόρων φυτῶν ἐκ τοῦ γένους τῶν χαμαιμήλων, Διοσκ. 3. 154, Πλιν. Ν. Η. 21. 93· [[ὡσαύτως]] λευκανθεμίς, ίδος, ἡ, [[αὐτόθι]] 22. 26. | |||
}} | }} |
Revision as of 10:22, 5 August 2017
English (LSJ)
τό,
A white-flower, like χρυσάνθεμον, name of several plants of the genus Anthemis, Dsc.3.137, Plin.HN21.163:— also λευκ-ανθεμίς, ίδος, ἡ, ib.22.53.
German (Pape)
[Seite 33] τό (Weißblume), eine Pflanze, zu den Kamillen gehörig, Diosc.
Greek (Liddell-Scott)
λευκάνθεμον: τό, λευκὸν ἄνθος, ὡς τὸ χρυσάνθεμον, ὄνομα διαφόρων φυτῶν ἐκ τοῦ γένους τῶν χαμαιμήλων, Διοσκ. 3. 154, Πλιν. Ν. Η. 21. 93· ὡσαύτως λευκανθεμίς, ίδος, ἡ, αὐτόθι 22. 26.