καδμεία: Difference between revisions
From LSJ
εἰργόμενον θανάτου καὶ τοῦ ἀνάπηρον ποιῆσαι → excluding death and maiming, short of death or maiming
(b) |
m (LSJ1 replacement) |
||
(7 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=kadmeia | |Transliteration C=kadmeia | ||
|Beta Code=kadmei/a | |Beta Code=kadmei/a | ||
|Definition=(in codd. καδμία) (sc. | |Definition=(in codd. καδμία) (''[[sc.]]'' [[γῆ]]), ἡ, [[cadmia]], [[calamine]], Dsc.5.74, Gal.1.413, al., ''PTeb.''273.14 (ii/iii A.D.):—written καδμήα, ''[[Oxyrhynchus Papyri|POxy.]]'' 1088.4 (i A.D.). | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1279.png Seite 1279]] ἡ, auch καδμία, Galmei, Diosc. | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1279.png Seite 1279]] ἡ, auch καδμία, Galmei, Diosc. | ||
}} | |||
{{ls | |||
|lstext='''καδμεία''': ἢ καδμία (ἐξυπακ. γῆ), «γεννᾶται δὲ ἡ [[καδμεία]] ἐκ τοῦ χαλκοῦ καμινευομένου, προσιζανούσης τῆς λιγνύος τοῖς τοίχοις καὶ τῇ κορυφῇ τῶν καμίνων» κτλ., ἐχρησίμευε δὲ ὡς [[φάρμακον]] εἰς ὀφθαλμικὰ [[πάθη]] καὶ ἄλλα, Διοσκ. 5. 85, Γαλην. | |||
}} | }} |
Latest revision as of 11:02, 25 August 2023
English (LSJ)
(in codd. καδμία) (sc. γῆ), ἡ, cadmia, calamine, Dsc.5.74, Gal.1.413, al., PTeb.273.14 (ii/iii A.D.):—written καδμήα, POxy. 1088.4 (i A.D.).
German (Pape)
[Seite 1279] ἡ, auch καδμία, Galmei, Diosc.
Greek (Liddell-Scott)
καδμεία: ἢ καδμία (ἐξυπακ. γῆ), «γεννᾶται δὲ ἡ καδμεία ἐκ τοῦ χαλκοῦ καμινευομένου, προσιζανούσης τῆς λιγνύος τοῖς τοίχοις καὶ τῇ κορυφῇ τῶν καμίνων» κτλ., ἐχρησίμευε δὲ ὡς φάρμακον εἰς ὀφθαλμικὰ πάθη καὶ ἄλλα, Διοσκ. 5. 85, Γαλην.