ζωόω: Difference between revisions

From LSJ

Τῶν εὐτυχούντων πάντες εἰσὶ συγγενεῖς → Felicium se quisque cognatum vocat → Ein jeder wähnt sich mit den Glücklichen verwandt

Menander, Monostichoi, 510
(6_5)
(nl)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''ζωόω''': γονιμοποιῶ, ζωογονῶ, ζωοῦσα θορὴ Ἀρεταῖ. π. Σημ. Χρον. Παθ. 2. 5· ἑρμηνευόμενον παρ’ Ἡσύχ. διὰ τοῦ ζωοποιεῖν. ΙΙ. Παθ., ἐπὶ σηπομένων φυτῶν, [[παράγω]], γεννῶ σκώληκας, σκωληκοῦμαι, [[θέρμος]] καὶ [[ὄροβος]] καὶ [[ἐρέβινθος]] μόνα οὐ ζωοῦται τῶν χεδροπῶν Θεόφρ. Αἰτ. φ. 5. 18, 2· πρβλ. ζωογονέω, [[ζωοποιέω]].
|lstext='''ζωόω''': γονιμοποιῶ, ζωογονῶ, ζωοῦσα θορὴ Ἀρεταῖ. π. Σημ. Χρον. Παθ. 2. 5· ἑρμηνευόμενον παρ’ Ἡσύχ. διὰ τοῦ ζωοποιεῖν. ΙΙ. Παθ., ἐπὶ σηπομένων φυτῶν, [[παράγω]], γεννῶ σκώληκας, σκωληκοῦμαι, [[θέρμος]] καὶ [[ὄροβος]] καὶ [[ἐρέβινθος]] μόνα οὐ ζωοῦται τῶν χεδροπῶν Θεόφρ. Αἰτ. φ. 5. 18, 2· πρβλ. ζωογονέω, [[ζωοποιέω]].
}}
{{elnl
|elnltext=ζωόω [ζωός] levend maken.
}}
}}

Revision as of 10:04, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ζωόω Medium diacritics: ζωόω Low diacritics: ζωόω Capitals: ΖΩΟΩ
Transliteration A: zōóō Transliteration B: zōoō Transliteration C: zooo Beta Code: zwo/w

English (LSJ)

   A impregnate, ζωοῦσα θορή Aret.SD2.5:—Pass., Porph.Gaur. 1.1, 3.1.    2 quicken, make alive, LXXPs.79(80).18; endow with life, ἑαυτὸ οὐσιοῖ καὶ ζωοῖ Dam.Pr.80, Phlp.in GC200.6:—Pass., Hp. Alim.38, Gal.19.174,180, Phlp.in GC151.5, Id. in de An.64.7, al.; θηρίον ζωωθὲν τὸ σῶμα Plot.1.1.10, cf. 4.4.28; [γῆ] ἐζωωμένη Id.6.7.12.    II Pass., of putrescent plants, breed worms, Thphr.CP5.18.2 (nisi leg. ζῳο-).

German (Pape)

[Seite 1144] bes. im pass., belebt werden; von Pflanzen = an Würmern leiden, Ath. II, 55 e, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

ζωόω: γονιμοποιῶ, ζωογονῶ, ζωοῦσα θορὴ Ἀρεταῖ. π. Σημ. Χρον. Παθ. 2. 5· ἑρμηνευόμενον παρ’ Ἡσύχ. διὰ τοῦ ζωοποιεῖν. ΙΙ. Παθ., ἐπὶ σηπομένων φυτῶν, παράγω, γεννῶ σκώληκας, σκωληκοῦμαι, θέρμος καὶ ὄροβος καὶ ἐρέβινθος μόνα οὐ ζωοῦται τῶν χεδροπῶν Θεόφρ. Αἰτ. φ. 5. 18, 2· πρβλ. ζωογονέω, ζωοποιέω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζωόω [ζωός] levend maken.