σταχυητόμος: Difference between revisions
From LSJ
Ἡ πενία δ' ἀγνώμονάς γε τοὺς πολλοὺς ποιεῖ → Immemores beneficiorum gignit inopia → Die Armut macht die meisten rücksichtslos und hart
(38) |
(6) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-ον, Α<br /><b>βλ.</b> [[σταχυοτόμος]]. | |mltxt=-ον, Α<br /><b>βλ.</b> [[σταχυοτόμος]]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''στᾰχυητόμος:''' -ον ([[τέμνω]]), αυτός που κόβει στάχυα σιταριού, [[θεριστικός]], σε Ανθ. | |||
}} | }} |
Revision as of 01:44, 31 December 2018
English (LSJ)
ον,
A cutting ears of corn, reaping, ὅπλον AP6.95 (Antiphil.).
German (Pape)
[Seite 931] Aehren schneidend, ὅπλον, heißt die Sichel, Antiphil. 4 (VI, 95).
Greek (Liddell-Scott)
στᾰχυητόμος: -ον, ὁ κόπτων στάχυας σίτου, θερίζων, ὅπλον Ἀνθ. Π. 6. 95. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. 319.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
qui coupe des épis.
Étymologie: στάχυς, τέμνω.
Greek Monolingual
-ον, Α
βλ. σταχυοτόμος.
Greek Monotonic
στᾰχυητόμος: -ον (τέμνω), αυτός που κόβει στάχυα σιταριού, θεριστικός, σε Ανθ.