ἐφ' ἁρμαμαξῶν μαλθακῶς κατακείμενοι → reclining softly on litters, reclining luxuriously in covered carriages
3ᵉ pl. épq. ao. Pass. de ἀναψύχω.
ἀνέψυχθεν: Επικ. αντί -ησαν, γʹ πληθ. Παθ. αορ. αʹ του ἀναψύχω.
ἀνέψυχθεν: эп. 3 л. pl. aor. pass. к ἀναψύχω.