νεοθανής
From LSJ
πείθεται πᾶς ἥδιον ἢ βιάζεται (Dio Cassius, Historiae Romanae 8.36.3) → it's always more pleasant to be persuaded than to be forced
English (LSJ)
ές, (θανεῖν) A just dead, Agath.2.31, Suid.
German (Pape)
[Seite 241] ές, neuerdings, eben erst gestorben, Sp.
Greek (Liddell-Scott)
νεοθᾰνής: -ές, (θανεῖν) ὁ νεωστὶ τεθνεώς, Ἀγαθίας 133, 16, Σουΐδ. ἐν. λέξ.
Greek Monolingual
νεοθανής, -ές (ΑΜ)
αυτός που πέθανε πρόσφατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + -θανής (< θ. θαν- του θάνατος), πρβλ. αρτι-θανής].