θηριάνθρωπος
From LSJ
οἱ τὰ βήματα κατατετριφότες → constant frequenters of the tribunal
English (LSJ)
ον, semiferal, man-beast, therianthrope, beast-man, beastman, ἔθνος Hdn.Epim.76.
German (Pape)
[Seite 1209] ὁ, Thiermensch, Gramm.
Greek Monolingual
θηριάνθρωπος, -ον (Α)
αυτός που είναι θηρίο και άνθρωπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θηρίο + άνθρωπος].
Translations
French: homme-bête; German: Tiermensch, Menschentier; Ancient Greek: θηριάνθρωπος; Japanese: 獣人; Russian: оборотень, териантроп, териан, человекозверь; Spanish: hombre bestia