Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔθνος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἔθνος Medium diacritics: ἔθνος Low diacritics: έθνος Capitals: ΕΘΝΟΣ
Transliteration A: éthnos Transliteration B: ethnos Transliteration C: ethnos Beta Code: e)/qnos

English (LSJ)

εος, τό: (ϝέθνος, cf. Il.2.87, 7.115, al.): -

   A number of people living together, company, body of men, ἑτάρων ἔ., ἔ. ἑταίρων, band of comrades, Il.3.32, 7.115, etc.; ἔθνος λαῶν host of men, 13.495; of particular tribes, Αυκίων μέγα ἔ. 12.330; Ἀχαιῶν ἔ. 17.552: pl., ἔθνεα πεζῶν 11.724, cf. 2.91; ἔ. νεκρῶν Od.10.526; of animals, ἔ. μελισσάων, ὀρνίθων, μυιάων, swarms, flocks, etc., Il.2.87,459,469; ἔθνη θηρῶν S.Ph.1147 (lyr.), Ant.344; ἔ. ἀνέρων, γυναικῶν, Pi.O.1.66, P.4.252; ἔ. βρότεον, θνατόν, Id.N.3.74, 11.42; ἔ. τόδε, of the Erinyes, A.Eu.366 (lyr.).    2 after Hom., nation, people, τὸ Μηδικὸν ἔ. (γένος being a subdivision of ἔθνος) Hdt.1.101; ἔ. ἠπειρογενές, μαχαιροφόρον, A.Pers.43, 56 (anap.), etc.; τῶν μηδισάντων ἐθνέων τῶν Ἑλληνικῶν Hdt.9.106.    b later, τὰ ἔ. foreign, barbarous nations, opp. Ἕλληνες, Arist.Pol.1324b10; ἔ. νομάδων, of Bedawîn, LW2203 (Syria); at Athens, athletic clubs of non-Athenians, IG2.444, al.; in LXX, non-Jews, Ps.2.1, al., cf. Act.Ap.7.45; Gentiles, τῶν ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων ib.14.5, etc.; used of Gentile Christians, Ep. Rom.15.27.    c at Rome, = provinciae, App.BC2.13, Hdn.1.2.1, PStrassb.22.19 (iii A. D.), D.C.36.41, etc.: so in sg., province, ὁ τυραννήσας τοῦ ἔθνους D.Chr.43.11; ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔθνους the governor of the province, POxy.1020.5 (iii A. D.).    3 class of men, caste, tribe, τὸ Θετταλῶν . . πενεστικὸν ἔ. Pl.Lg.776d; ἔθνος κηρυκικόν Id.Plt.290b; οἶσθά τι ἔ. ἠλιθιώτερον ῥαψῳδῶν; X.Smp.3.6; δημιουργικὸν ἔ. Pl.Grg.455b, cf. Arist.Ath.3; ἔ. βραχμάνων D.S.17.102; τὰ ἱερὰ ἔ. the orders of priests, OGI90.17 (ii B. C.); trade-associations or guilds, ἔθνη καὶ ἐργαστήρια PPetr.3p.67 (iii B. C.), al.; class in respect to rank or station, οὐ πρὸς τοῦτο βλέποντες . . ὅπως . . ἕν τι ἔ. ἔσται διαφερόντως εὔδαιμον Pl.R.420b, cf. 421c, D.21.131.    4 sex, θῆλυ, ἄρρεν ἔ., X.Oec.7.26.    5 part, member, Hp.Loc.Hom.1.    II of a single person, a relation, Pi.N.5.43.

German (Pape)

[Seite 720] τό, wahrscheinlich von ἔθος, die durch Gewohnheit verbundene Menge, Schaar, Haufen; ἑταί. ρων, πεζῶν, Ἀχαιῶν u. ä. Hom.; ἔθνος λαῶν, die Schaar der Kriegsmannen, Il. 13, 495; βροτόν u. βρότεον, Menschenvolk, Pind. P. 10, 28 N. 3, 71; γυναικῶν P. 4, 252; ἀνέρων Ol. 1, 66. So Tragg. u. Prosa, wo es dann bestimmter Volk, Volksstamm, Nation bedeutet; κατ' ἔθνη καὶ καθ' ἕκαστον ἄστυ Thuc. 1, 1; πομπὰς ἐποίησαν κατὰ ἔθνος ἕκαστοι τῶν Ἑλλήνων, stammweise, Xen. An. 5, 5, 5; ἔθνη βάρβαρα Plat. Critia. 109 a; τὸ Θετταλῶν πενεστικὸν ἔθνος Legg. VI, 776 d. Aber auch Menschenklasse, ἢ κλάπτας ἢ ἄλλο τι ἔθνος Plat. Rep. I, 351 c; δημιουργικόν Gorg. 455 b; τὸ κηρυκικόν Polit. 290 b, die Herolde; οἶσθά τι ἔθνος ἠλιθιώτερον ῥαψῳδῶν Xen. Conv. 3, 6. – Von Thieren, = Schaaren, Heerden, Schwärme; χηνῶν Il. 2, 459; μελισσῶν 2, 87; χοίρων Od. 14, 73; θηρῶν ἀγρίων Soph. Ant. 344, wie Phil. 1132; ἰχθύων Plat. Tim. 92 c; sp. D., wie Theocr. 95, 114. – Bei Xen. Oec. 7, 26 θῆλυ – ἄῤῥεν, Geschlecht. – Bei Sp., wie D. Cass. 36, 24, die unterworfenen Völker in den Provinzen. – Bei K. S. = Heiden.

Greek (Liddell-Scott)

ἔθνος: -εος, τό, (ἐκ τῆς √ϜΕΘ· ἴδε ἐν Ἰλ. Β. 87., Η. 115, κ. ἀλλ.): ἀριθμός τις ἀνθρώπων ζώντων ὁμοῦ, ἄθροισμα ἀνθρώπων ἀποτελούντων ἓν σύνολον, ὁμάς, ἑτάρων ἔθνος, ἔθνος ἑταίρων, ὁμὰς συντρόφων, Ἰλ. Γ. 32., Η. 115, κτλ.· ἔθνος λαῶν, πληθὺς ἀνθρώπων μεγάλη, Ἰλ. Ν. 495· καὶ ἐπὶ φυλῶν, Λυκίων μέγα ἔθ. Μ. 330· Ἀχαιῶν ἔ. Ρ. 552· ἐν τῷ πληθ., ἔθνεα πεζῶν Λ 724. πρβλ. Β. 91· ἔθνεα νεκρῶν Ὀδ. Κ. 526· καὶ ἐπὶ ζῴων, ἔθνεα μυιάων, μελισσάων, ὀρνίθων, σμήνη, πλήθη, κτλ., Ἰλ. Β. 87, 459, 469· οὕτω καὶ ἔθνη θηρῶν Σοφ. Φ. 1147, Ἀντ. 344· ὁ Πίνδ. ἔχει ὡσαύτως ἔθνος μερόπων, ἀνέρων, γυναικῶν, γένος, οἰκογένεια, φυλή, Ο. 1. 106, Π. 4. 448· ἔθνος τόδε, ἐπὶ τῶν Ἐρινύων, Αἰσχύλ. Εὐμ. 366. 2) μεθ’ Ὅμηρον, ἔθνος, λαός, τὸ Μηδικὸν ἔθνος Ἡρόδ. 1. 101, πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 43. 56, κτλ.· τὸ δὲ γένος εἶναι ὑποδιαίρεσις τοῦ ἔθνος, Ἡρόδ. 1. 56, πρβλ. γένος ΙΙΙ. 1. γ. β) ἐν τῇ Καιν. Διαθ. καὶ τοῖς Ἐκκλ. τὰ ἔθνη, οἱ ἐθνικοί, ἤτοι πάντες πλὴν τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν Χριστιανῶν· πρβλ. βάρβαρος. 3) ἰδιαιτέρα τάξις ἀνθρώπων, φυλή, τὸ Θετταλῶν … πενεστικὸν ἔθνος Πλάτ. Νόμ. 776D· ἔθνος κηρυκικόν, ῥαψωδῶν ὁ αὐτ. Πολιτικ. 290C, Ξεν. Συμπ. 3. 6, πρβλ. Πλάτ. Γοργ. 455Β, Ἀριστ. Ἀποσπ. 347: - ὡσαύτως, τάξις ἀνθρώπων ἐν σχέσει πρὸς τὸν βαθμὸν ἢ τὴν κοινωνικὴν θέσιν, οὐ πρὸς τοῦτο βλέποντες …, ὅπως … ἕν τι ἔθνος ἔσται διαφερόντως εὔδαιμον Πλάτ. Πολ. 420D, πρβλ. 421C, 519Ε. 4) φῦλον, τὸ θῆλυ ἔθνος Ξεν. Οἰκ. 7. 26. 5) μέρος, ἀριθμός τις, Ἱππ. 408. 33· πρβλ. ὁμοεθνία. ΙΙ. ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου, γένος, ἀγάλλει κείνου ὁμόσπορον ἔθνος, Πυθέα, Πινδ. Ν. 5. 80· πρβλ. γένος ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
I. race, peuple, nation, tribu en gén.
1 en parl. de pers. ἔθνεα νεκρῶν OD le peuple des morts ; ἔθνεα λαῶν IL les races des peuples;
2 en parl. d’animaux θηρῶν ἔθνη SOPH les races des bêtes sauvages ; ἔθνος μελισσάων, ὀρνίθων IL la race des abeilles, des oiseaux;
3 classe, corporation;
4 sexe : τὸ θῆλυ ἔθνος XÉN le sexe féminin;
II. abs. race de peuples, race, nation ; κατὰ ἔθνη THC par races, par nations.
Étymologie: R. Ἐθ de Ϝεθ pousser, croître ; cf. φῦλον de φύω.

English (Autenrieth)

(ϝέθνος): company, band, host; of men, ἑτάρων, λᾶῶν, νεκρῶν, also of ‘swarms,’ ‘flocks,’ of bees, flies, birds, etc.

English (Slater)

ἔθνος (ἔθνος, -ει, -ος; ἔθνεα acc.)
   1 race, nation μετὰ τὸ ταχύποτμον ἀνέρων ἔθνος (O. 1.66) κλυτὸν ἔθνος Λοκρῶν ἀμφέπεσον (O. 10.97) Λαμνιᾶν τ' ἔθνει γυναικῶν ἀνδροφόνων (P. 4.252) τὸ δ' ἐλάσιππον ἔθνος ἐνδυκέως δέκονται θυσίαισιν ἄνδρες (τοὺς Ἀντηνορίδας: contra οἱ Κυρηναῖοι Σ) (P. 5.85) ὅσαις δὲ βροτὸν ἔθνος ἀγλαίαις ἁπτόμεσθα (P. 10.28) μέρος ἕκαστον οἱον ἔχομεν βρότεον ἔθνος (N. 3.74) καὶ νῦν τεὸς μάτρως ἀγάλλει κείνου ὁμόσπορον ἔθνος (τοὺς Αἰακίδας) (N. 5.43) καὶ θνατὸν οὕτως ἔθνος ἄγει μοῖρα (Heyne: οὕτω σθένος) codd.) (N. 11.42) πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ Μερόπων ἔθνεα (I. 6.32) Πανελλάδος, ἅν τε Δελφῶν ἔθνος εὔξατο λιμοῦ θ[ (Pae. 6.64) ]εθνος αιδ[ Πα. 12c. 4. ἦν ὅτε σύας Βοιώτιον ἔθνος ἔνεπον fr. 83.

Spanish (DGE)

-εος, τό
A como asociación humana
I organizada para la guerra
1 grupo, formación ligada a un héroe-jefe, mesnada ἑτάρων εἰς ἔ. ἐχάζετο se retiró hacia el grupo de sus compañeros, Il.3.32, cf. 7.115, 11.595, 15.591, 17.114, ὡς ἴδε λαῶν ἔ. ἐπισπόμενον ἑοῖ αὐτῷ cuando contempló la formación de huestes que le seguía a Eneas Il.13.495.
2 hueste, tropa esp. c. gen. o adj. determinando cierta especialización ἔθνεα πεζῶν tropas de infantes, Il.11.724, τὸ μαχαιροφόρον ἔ. A.Pers.56, κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα Hdt.7.212
esp. c. gen. de grupos de pueblos en alianza ocasional para la guerra hueste, ejército Λυκίων μέγα ἔ. Il.12.330, Ἀχαιῶν Il.17.552, ἔθνεα Βοιωτῶν καὶ Χαλκιδέων δαμάσαντες epigr. en Hdt.5.77 (= IG 13.501 (VI a.C.)), τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων ... στιχόωντο de ellos muchas tropas salían en fila de las naves y las tiendas, Il.2.91, 464, cf. Tyrt.1.46, LXX Is.13.4.
II en el ámbito socio-polít., frec. c. gen. o adj.
1 nación, pueblo
a) rel. su asentamiento, más orientativo que específico ἔθνεα ... Ὑπερβορέων Hes.Fr.150.21, ἐπίπαν ἠπειρογενὲς ... ἔ. todo pueblo del continente asiático, A.Pers.43, ἔ. οἰκημένον πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολάς Hdt.1.201, cf. 104, 3.159, τύραννος ἐθνέων τῶν ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ Hdt.1.6, Σέσωστριν ... ἀνάγοντα πολλοὺς ἀνθρώπους τῶν ἐθνέων τῶν τὰς χώρας κατεστρέψατο Hdt.2.107, cf. 4.71 (bis), οὐχ ... τὰ ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἀλλ' οὐδ' ἐν τῇ Ἀσίᾳ ἔ. Th.2.97, cf. D.S.3.30.1, Μαιῶτις λίμνη καὶ τὰ περιοικοῦντα ἔθνη Vett.Val.9.2, situación geog. que condiciona el aspecto y carácter, Hp.Aër.14, τὰ ... ἐν ψυχροῖς τόποις ἔθνη ... θυμοῦ ... ἐστι πλήρη Arist.Pol.1327b23, op. ‘la tierra’ τῶν ἄν κου ἐπιβέωμεν γῆν ... καὶ ἔ., τούτων ... τὸν σῖτον ἕξομεν Hdt.7.50, ἔ. καὶ τόποι Plb.2.37.5
sin mención concreta de territorio, c. gen. Μερόπων Pi.I.6.32, τὰ ἐντὸς Μακεδόνων ἔθνεα Hdt.6.44, τῶν μηδισάντων ἐθνέων τῶν Ἑλληνικῶν Hdt.9.106, Σύρων S.Fr.638, cf. Ar.Ach.153, Theopomp.Hist.382, A.R.2.1225, Act.Ap.10.22, I.AI 12.6, Ph.2.197, τῶν προσεσπερίων ἐθνῶν Plb.1.2.6, οἱ ἀπὸ ἔθνους νομάδων los del pueblo beduino, LW 2203 (Tarba, imper.), τὸ τῶν Θαμουδηνῶν ἔ. SEG 45.2026 (Arabia II d.C.)
c. adj. Βοιώτιον ἔ. Pi.Fr.75 (= 83), cf. Hdt.1.101, 153, Hp.Aër.17, νησιωτικὰ ἔθνεα Hdt.7.80, cf. Plb.36.9.9, γραμματεὺς ἔθνους Βλεμμέου SB 13930.1 (VI/VII d.C.), κρητικὸς ... ἀπὸ ἔθνους ὠνόμασται el verso crético se denomina así por tal pueblo Aristid.Quint.38.13
como un término generalizador Σάκας μὲν καὶ Ἰνδοὺς καὶ Αἰθίοπάς ... ἄλλα τε ἔθνεα πολλά Hdt.7.9, cf. 209, Th.2.99, 3.92, Βάκαλες, ὀλίγον ἔ. Hdt.4.171, cf. 172, ἔθνη γὰρ πλεῖστα δὴ ἐπὶ μίαν πόλιν ξυνῆλθε Th.7.56, προπολεμῶν ... πρὸς πολλὰ ἔθνη OGI 56.12 (Tanis III a.C.)
no forzosamente de la misma lengua ξυμμείκτοις ἔθνεσι βαρβάρων διγλώσσων Th.4.109, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν κατὰ γλώσσας αὐτῶν ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν LXX Ge.10.20;
b) como unidad apropiada para el movimiento y control de masas: en grandes ejércitos σύμμεικτος στρατὸς παντοίων ἐθνέων Hdt.7.55, esp. en la forma κατὰ ἔθνεα: ἀριθμήσαντες κατὰ ἔ. διέτασσον Hdt.7.60, cf. 81, διελύθησαν κατὰ ἔθνη tras una empresa guerrera, Th.2.68, δασάμενοι τὸν χῶρον οἱ βάρβαροι κατὰ ἔθνεα Hdt.7.23
como objeto de sometimiento y exacción de impuestos διαπέμψας ... ἐς πᾶν ἔ. τῶν ἦρχε προεῖπε ἀτελείην εἶναι στρατηίης καὶ φόρου Hdt.3.67, cf. 134, para lo que se crean agrupaciones forzadas administrativamente, Hdt.3.89, Th.2.99, Lys.2.5, LXX Es.1.3
en movimientos migratorios y de fundación de colonias ἀποπλέειν κατὰ βίου τε καὶ γῆς ζήτησιν, ἐς ὃ ἔθνεα πολλὰ παραμειψαμένους ἀπικέσθαι ἐς Ὀμβρικούς Hdt.1.94;
c) c. ciertos rasgos polít. e institucionales comunes, como tener a su cabeza un jefe, esp. un βασιλεύς: Λυδῶν καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς Hdt.1.53, τὸ πρῶτον ἐβασιλεύοντο αἱ πόλεις, καὶ νῦν ἔτι τὰ ἔθνη Arist.Pol.1252b19, cf. Plb.5.90.5, 9.1.4
c. costumbres y νόμοι particulares, Hp.Aër.17, Arist.Rh.1360a35;
d) como la primera organización humana tras los hombres primitivos συστήματα τῶν ἁπάντων ἐθνῶν ἀρχέγονα Democr.B 5
incluyendo varios γένη: τὸ μὲν Πελασγικόν, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔ. del que se desgaja el Δωρικόν y el Ἰωνικὸν γένος Hdt.1.56, cf. 2.54, Th.4.61, Arist.Pol.1324b10, LXX Ib.40.30, pero éstos tb. considerados ἔθνη: τὸ Ἰωνικὸν ἔ. Hdt.1.143, τούτων (sc. Ἑλλήνων) τοσάδε ἔθνεά ἐστι· οἱ μὲν ἀπὸ Σαλαμῖνος καὶ Ἀθηνέων, οἱ δὲ ἀπὸ Ἀρκαδίης Hdt.7.90
c. valoración de su antigüedad y sedentarismo ἀρχαιότατον μὲν ἔ. παρεχόμενοι, μοῦνοι δὲ ἐόντες οὐ μετανάσται Ἑλλήνων de los atenienses, Hdt.7.161, cf. Isoc.4.24, νεώτατον πάντων ἐθνέων de los escitas, Hdt.4.5
universalizado en la fórmula τοῖς γῆς καὶ θαλάσσης καὶ παντὸς ἀνθρώπων ἔθνους καὶ γένους δεσπόταις PLips.34.1, 35.1 (ambos IV d.C.), SB 14606.2 (V d.C.), πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου Eu.Luc.12.30, πᾶν ἔ. ἀνθρώπων Act.Ap.17.26;
e) en recuentos de sus nombres con objetivos políticos, históricos o culturales ἔθνεα πάντα ὅσα περ ἧγε (inscribió Darío los nombres de) todos los pueblos que acaudillaba Hdt.4.87, cf. 5.36 (= Hecat.T 5), Aeschin.2.116, Ἐθνῶν ὀνομασίαι denominaciones de pueblos tít. de Hippias B 2, κατὰ ἔθνη ... τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι de la Grecia primitiva, Th.1.3, cf. 7.57;
f) diferenciado de otras organizaciones humanas, esp. πόλις: οὔτε πόλιν ἀνδρῶν οὐδεμίαν οὔτε ἔ. ἀνθρώπων Hdt.7.8γ, cf. 5.2, 6.27, 8.108, Pl.R.348d, προσοικοῦντα γὰρ τὰ ἔθνη ταῦτα τῇ πόλει πολέμια ἦν Th.5.51, πόλεων καὶ ἐθνῶν ἀρχαί Plot.1.4.7, κατὰ ἔθνη καὶ ἕκαστον ἄστυ Th.1.122, cf. D.9.27, περιγραφὴ μᾶλλον ἔθνους ἢ πόλεως entorno más de nación que de ciudad estado Arist.Pol.1276a29, aunque las ciudades pueden estar en su ámbito πόλεις ... οὖσαι ἐν ἔθνεσι τοσοῖσδε Th.2.9, cf. Pl.R.541a
siendo la κώμη su forma de habitación más representativa ἔ. μέγα μὲν εἶναι τὸ τῶν Αἰτωλῶν ... οἰκοῦν δὲ κατὰ κώμας ἀτειχίστους Th.3.94, διοίσει δὲ τῷ τοιούτῳ καὶ πόλις ἔθνους, ὅταν μὴ κατὰ κώμας ὦσι κεχωρισμένοι τὸ πλῆθος Arist.Pol.1261a28, cf. 1284a38, diferenciada del individuo εἴ τις τάδε ... παραβαίνοι ἢ πόλις ἢ ἰδιώτης ἢ ἔ. Aeschin.3.110
op. φυλή: ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν LXX Ge.10.5, ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους Apoc.5.9
pero identificado con las tribus de Israel δώδεκα ἄρχοντες κατὰ ἔθνη αὐτῶν LXX Ge.25.16, cf. Ep.Barn.13.2, Herm.Sim.9.17.
2 familia, estirpe, casta esp. real o aristocrática, por considerarse un origen común ὁμόσπορον ἔ. de los eácidas, Pi.N.5.43, de los Batíadas τὸ ἐλάσιππον ἔ. familia aficionada a la equitación Pi.P.5.85, καὶ ποιήσω σε εἰς ἔ. μέγα dicho por Yahvé a Abraham, LXX Ge.12.2
una de las partes en que se divide la φυλή ática, Arist.Ath.fr.5b.
3 desde un punto de vista estricto del pueblo judío gente, nación, gentilidad, plu. gentes, pueblos gentiles νῆσοι τῶν ἐθνῶν dicho de los descendientes de Jafet, LXX Ge.10.5, τίς τῶν θεῶν πάντων τῶν ἐθνῶν τούτων LXX Is.36.20, cf. Ps.2.1, πέπαυται ὁ φόβος τῶν ἐθνῶν LXX Is.33.8, cf. 2Es.9.7, Ἑλληνικὰ καὶ βαρβαρικὰ ἔθνη Ph.1.339
dicho de los cristianos no judíos Ep.Rom.15.27, τῶν ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων Act.Ap.14.5, cf. 7.45, πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν Ep.Rom.16.4, cf. Ep.Gal.2.12
op. crist. gentiles, paganos αὐτοῖς (ἡγεμόνες, βασιλεῖς) καὶ τοῖς ἔθνεσιν Eu.Matt.10.18, como posibles conversos, 2Ep.Clem.13.3, Manes 68.10, cf. Origenes Io.28.19, c. connotaciones neg. ἔ. παράνομον LXX Pr.26.3, ἄνομα ἔθνη Mart.Pol.9.2.
III dentro de una organización estamental, esp. la urbana y relig.
1 clase, estamento (τὸ Θετταλῶν) ... πενεστικὸν ἔ. la clase servil de los penestes propia de los tesalios Pl.Lg.776d, οὐ μὴν πρὸς τοῦτο βλέποντες ... ὅπως ... ἕν τι ἡμῖν ἔ. ἔσται διαφερόντως εὔδαιμον Pl.R.420b, cf. 421c, 466a, δημιουργικόν Pl.Grg.455b, cf. Criti.110c, τὸ μιμητικὸν ἔ. ref. esp. a los poetas, Pl.Ti.19d, D.21.131
del grupo profesional clase, gremio ἔ. κηρυκικόν Pl.Plt.290b, οἶσθα τι ... ἔ. ... ἠλιθιώτερον ῥαψῳδῶν X.Smp.3.6, ἐργαστήρια καὶ ἔθνη PPetr.3.32ue.2.11 (III a.C.), cf. PKöln 260.3 (III a.C.), de enterradores PRyl.65.3, 6 (I a.C.)
del sacerdotal colegio, corporación ἱερὰ ἔθνη PPetr.3.59(b) (III a.C.), OGI 90.17 (Roseta II a.C.), cf. PTeb.6.24, UPZ 162.2.24 (II a.C.)
casta ἔ. Βραχμάνων D.S.17.102.
2 comunidad, colonia extranjera en Atenas τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων δεδωκότος τοῖς Θρᾳξὶ μόνοις τῶν ἄλλων ἐθνῶν τὴν ἔγκτησιν IG 22.1283.5 (III a.C.), τὰ ἐκ τῶν ἐθνῶν τάγματα las asociaciones agonísticas de compatriotas, los equipos nacionales, IG 22.956.13, cf. 957.30 (ambas II a.C.), en la capital persa, LXX Es.1.1f.
IV según rasgos físicos, no sociales
1 muchedumbre, turba νεκρῶν Od.10.526, 11.34, 632.
2 raza, especie de la humanidad, c. gen. τὸ ταχύποτμον ... ἀνέρων ἔ. Pi.O.1.66, πανδάκρυτ' ἐφαμέρων ἔ. E.Or.977, ἔθνεα μυρία θνητῶν Emp.B 35.7, φωτῶν Theoc.17.77
c. adj. βροτὸν ἔ. Pi.P.10.28, cf. N.3.74, θνατόν Pi.N.11.42
sent. peyor. calaña, ralea γυναικῶν ἀνδροφόνων Pi.P.4.252, λῃσταὶ ἢ κλέπται ἢ ἄλλο τι ἔ. Pl.R.351c, de los hermafroditas, Amph.Seleuc.90, de divinidades negativas αἱμοσταγὲς ἀξιόμισον ἔ. de las Erinis, A.Eu.363, ἔθνεα Κηρῶν Emp.B 121.
3 sexo τὸ ἔ. τὸ θῆλυ ἢ τὸ ἄρρεν X.Oec.7.26.
V admin., rom. provincia ὁ τυραννήσας τοῦ ἔθνους D.Chr.43.11, cf. D.C.36.41.1, App.BC 2.13, Hdn.Gr.1.2.1, ταῖς κατ' Ἰταλίαν (πόλεσιν) καὶ ταῖς ἐν τοῖς ἄλλοις ἔθνεσιν SB 11648.2.11 (III d.C.), ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔθνους POxy.1020.5 (II/III d.C.), cf. IGBulg.3.878 (Filipópolis II d.C.), PStras.22.19 (III d.C.), PLips.34.13 (IV d.C.), αὐγουστάλι(ος) τοῦ Θηβ(αίων) ἔθνους PFlor.292.1 (VI d.C.).
B de anim. agrupación, muchedumbre
1 de anim. gregarios, c. determ. en gen. plu. bandada ὀρνίθων Il.2.459, Tim.15.138
enjambre μυιάων Il.2.469, μελισσάων Il.2.87, μέλαν κολοιῶν ἔ. Babr.33.4, ἔθνεα ... χοίρων piaras, Od.14.73, ἔθνη θηρῶν manadas de fieras S.Ph.1147, Ant.344, μυρίον ἔ. βοῶν Theoc.25.114 (ap. crít.).
2 raza, especie ἄνθρωποί τε καὶ ἄλλων ἔθνεα θηρῶν Emp.B 26.4, Hp.Flat.6, ἰχθύων ἔ. καὶ τὸ τῶν ὀστρέων Pl.Ti.92b, de los conejos οἱ χοιρογρύλλιοι, ἔ. οὐκ ἰσχυρόν LXX Pr.30.26, cf. Orph.L.603.
C de cosas
1 clase, tipo δισσὰ ἔθνεα πυρετῶν Hp.Flat.6, ἐξετάζɛ̄ν κατὰ ἔ. ἕκαστα de objetos de bronce IG 22.120.14 (IV a.C.).
2 parte solidaria, miembro del σῶμα humano, Hp.Loc.Hom.1.

• Etimología: Prob. deriv. de un tema en nasal *su̯edhn-, formado sobre la r. que da lugar a ἕ (cf. οὗ), lat. suus, etc. Otros deriv. del mismo tema serían ἐθάς < *su̯edn̥d- y ὀθνεῖος qq.u.

English (Abbott-Smith)

ἔθνος, -ους, τό, [in LXX chiefly for עַם ,גּוֹי;]
1.a multitude, a company, whether of beasts or men (Hom.).
2.a nation, people: Mt 21:43 24:7, Mk 13:8, Lk 22:25, Ac 10:35, al.; in sing., of the Jewish people, Lk 7:5 23:2, Jo 11:48, 50-53 18:35, Ac 10:22 24:3, 10 26:4 28:19.
3.In pl., as in OT, τὰ ἔ. (like Heb. הַגּוֹיִם), the nations, as distinct from Israel,Gentiles: Mt 4:15 6:32, Ac 26:17, Ro 3:29 11:11 15:10, Ga 2:8, al.; of Gentile Christians, Ro 11:13 15:27 16:4, Ga 2:12, 14, Eph 3:1. SYN.: λαός (v. DCG, ii, 229; Cremer, 226).

English (Strong)

probably from ἔθω; a race (as of the same habit), i.e. a tribe; specially, a foreign (non-Jewish) one (usually, by implication, pagan): Gentile, heathen, nation, people.

English (Thayer)

ἔθνους, τό:
1. a multitude (whether of men or of beasts) associated or living together; a company, troop, swarm: ἔθνος ἑταίρων, ἔθνος Ἀχαιων, ἔθνος λαῶν, Homer, Iliad; ἔθνος μελισσαων, 2,87; μυιαων ἐθνεα, ibid. 469.
2. "a multitude of individuals of the same nature or genus (τό ἔθνος τό θῆλυ ἤ ἀρρεν, Xenophon, oec. 7,26): πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων, the human race, race, nation: ἔθνος ἐπί ἔθνος, οἱ ἄρχοντες, οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν, τά ἔθνη, like הַגויִם in the O. T., foreign nations not worshipping the true God, pagans, Gentiles, (cf. Trench, § xcviii.): Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν), R G; cf. G L T Tr WH marginal reading after G L T Tr WH): ὁ λαός (τοῦ Θεοῦ, Jews) καί τά ἔθνη, τά ἔθνη even of Gentile Christians: οἱ Ἰουδαῖοι, i. e. Jewish Christians), Winer s Grammar, § 59,4a.; Buttmann, 130 (114)).

Greek Monolingual

το (AM ἔθνος)
σύνολο ομόφυλων ανθρώπων («Μηδικὸν ἔθνος»)
νεοελλ.
σύνολο ανθρώπων που κατοικούν κατά κανόνα στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, συναποτελούν μία ομοιογενή κοινότητα με κοινή καταγωγή, ιστορία, πολιτισμό, παράδοση και —κατά κανόνα— γλώσσα και συνιστούν αυτόνομη πολιτική οντότητα
αρχ.-μσν.
1. αλλόθρησκοι, εθνικοί, ειδωλολάτρες
2. επαρχία
αρχ.
1. σύνολο ανθρώπων που αποτελούν ένα όλο, ομάδα προσώπων
2. πλήθος ανθρώπων
3. (στον πληθ. με γεν. προσδ.) το σύνολο τών ανθρώπων, η ανθρωπότητα ή το σύνολο τών νεκρών («κλυτὰ ἔθνεα νεκρῶν», Οδ.)
4. φυλή
5. η χώρα όπου υπάρχει το ομόφυλο κράτος
6. κοινωνική τάξη
7. φύλο
8. μέρος ή μέλος του σώματος
9. (για ένα μόνο πρόσωπο) γένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Στη λ. έθνος απαντά θέμα εθ (< Fεθ-, με σίγηση του F), που ανάγεται σε ΙΕ ρ. swedh- «συνήθεια, έθιμο, κατοικία, άσυλο» (πρβλ. ε) + επίθημα -νος (πρβλ. σμή-νος). Η λ. εμφανίζεται ως δάνειο της Ελληνικής και σε άλλες γλώσσες (πρβλ. κοπτ. hεθνος, αρμ. heťanos και με παρετυμολογία γερμ. Heide «εθνικός, μη χριστιανός»). Με το έθνος συνδέονται ετυμολογικός και τα έθνος, οθνείος «ξένος». Η αρχική σημασία της λ. οθνείος ήταν «ο ανήκων στο έθνος» (και όχι στο γένος), σήμαινε δηλ. συγχρόνως «τον ξένο στο γένος», «ξένο στην οικογένεια», απ' όπου κατέληξε στη σημασία του «ξένος». Ο πληθ. έθνη της λ. έθνος χρησιμοποιήθηκε από τους Ιουδαίους συγγραφείς για να δηλώσει τα μη ιουδαϊκά έθνη. Λέξεις με παρόμοια σημασία χρησιμοποιήθηκαν αργότερα με τον ίδιο τρόπο από άλλους λαούς
πρβλ. λατ. gentēs, γοτθ. oiudōs, αρχ. άνω γερμ. diota, εκκλ. σλαβ.języci. Η λ. Έλληνες απαντά στην Καινή Διαθήκη με τον ίδιο τρόπο όπως η λ. έθνη
και από τους χριστιανούς συγγραφείς οι Έλληνες αποκαλούνταν «εθνικοί».
ΠΑΡ. εθνικός
αρχ.
εθνηδόν, εθνίτηςνεοελλ. εθνάριο(-ν), εθνισμός, εθνότητα.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. εθνοπάτωρ, εθνοπλήκτης
αρχ.-μσν.
εθνάρχης, εθνόμυθος
μσν.
εθνορύστις, εθνοσατράπης, εθνόφρων νεοελλ. εθναπόστολος, εθνικοφροσύνη, εθνικόφρων, εθνογράφος, εθνοκτόνος, εθνολόγος, εθνομάρτυρας, εθνοπρόβλητος, εθνόσημον, εθνοστρατιά, εθνοσυνέλευση, εθνοσωτήριος, εθνοφρουρά, εθνοφύλακας, εθνοψυχολογία, εθνωφελής κ.λπ. (Β' συνθετικό)
αλλοεθνής, ετεροεθνής, ομοεθνής, πολυεθνής, φιλοεθνής
αρχ.
πανταεθνής
νεοελλ.
διεθνής, τριεθνής].

Greek Monotonic

ἔθνος: -εος, τό (ἔθω),
1. αριθμός ανθρώπων που έχουν συνηθίσει να ζουν μαζί, ομάδα, σώμα ανθρώπων, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· ἔθνος λαῶν, μεγάλο πλήθος ανθρώπων, στο ίδ.· λέγεται επίσης για κοπάδια ζώων, σμήνη, στο ίδ., σε Σοφ.
2. μετά τον Όμηρ., έθνος, λαός, σε Ηρόδ. κ.λπ.· στην Κ.Δ. τὰ ἔθνη, εθνικοί, ειδωλολάτρες, δηλ. όλοι εκτός των Ιουδαίων και των Χριστιανών.
3. ιδιαίτερη τάξη ανθρώπων, κάστα, κοινωνική τάξη, φυλή, σε Πλάτ., Ξεν.
4. φύλο, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἔθνος: εος τό
1) общество, группа, толпа, часто описательно: Ἀχαιῶν ἔ. Hom. = Ἀχαιοί; βροτὸν, βρότεον или θνατὸν ἔ. Pind. = βροτοί, ἄνθρωποι; ἔ. ἀνέρων Pind. = ἄνδρες;
2) класс, сословие (ῥαψῳδῶν Xen.; δημιουργικόν Plat.; ἱερέων Arst.);
3) пол (τὸ ἔ. τὸ θῆλυ ἢ τὸ ἄρρεν Xen.);
4) племя (τὰ τῶν Ἑλλήνων ἔθνη Arst.);
5) народность, народ (τὸ Ἑλληνικὸν ἔ. Her.);
6) pl. языческие племена, язычники (οὐ μόνον ἐξ Ἰουδαίων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐθνῶν NT);
7) род, вид, порода (θηρίων ἀγρίων ἔθνη Soph.; ἰχθύων ἔ. καὶ τὸ τῶν ὀστρέων Plat.);
8) стая, стадо, рой (ὀρνίθων, μελισσάων Hom.).

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: group, heap, swarm (of people, animals; Hom., Pi.), class, people (Hdt.), foreign people (Arist.), τὰ ἔθνη the heathens (NT); on the meaning Chantr. BSL 43, 52ff.
Compounds: As 1. member in ἐθν-άρχης governor, prince (LXX, J., NT), as 2. member a. o. in ὁμο-εθνής belonging to the same people (Hdt.), ἀλλο-εθνής (hell.).
Derivatives: ἐθνικός belonging to a foreign people, national, traditional, heathen (hell.), cf. γενικός to γένος; ἐθνίτης belonging to the same people (Eust., Suid.), ἐθνισταί οἱ ἐκ τοῦ αὑτοῦ ἔθνους H.; cf. Redard Les noms grecs en -της 22; ἐθνυμών meaning? (Hdn. Gr.; after δαιτυμών?); ἐθνηδόν adv. per people (LXX).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Unknown. If -νος is a suffix (ἔρ-νος, σμῆ-νος; Chantr. Form. 420, Schwyzer 512) one may compare ἔθος (s. v.), perh. from *su̯edh-nos, which like Goth. sibja Sippe, the peoples name Suēbī a. o. (IE *s(u̯)ēbh- Pok. 883) goes back on the reflexive *s(u̯)e (s. , ). Other hypotheses by Fick (s. Bq), Fay (s. Kretschmer Glotta 1, 378), Bonfante (s. Schwyzer 512 n. 6). - One connected also ὀθνεῖος (Demokr., Pl.) as belonging to the ἔθνος (Fraenkel Gnomon 22, 238); in this case hardly from *su̯e-. The word could be of foreign origin. - From ἔθνος (spoken ἕθνος) Kopt. hεθνος, Arm. hetanos, and also Goth. haiÞno heathen (from where the other Germ. words).

Middle Liddell

ἔθνος, εος, [ἔθω]
1. a number of people accustomed to live together, a company, body of men, Il., etc.; ἔθνος λαῶν a host of men, Il.; also of animals, swarms, flocks, Il., Soph.
2. after Hom., a nation, people, Hdt., etc.:—in NTest. τὰ ἔθνη the nations, Gentiles, i. e. all but Jews and Christians.
3. a special class of men, a caste, tribe, Plat., Xen.
4. sex, Xen.