δύσμηνις
English (LSJ)
ι, wrathful, θεός Poll.1.39; χόλος AP9.69 (Parmenion).
Spanish (DGE)
-ι
• Morfología: [gen. -ιδος]
1 colérico θεός Poll.1.39, de pers., Ptol.Tetr.3.14.14, χόλος AP 9.69 (Parmen.).
2 hostil Hsch.
German (Pape)
[Seite 684] ιος, heftig grollend; χόλος Parm. 7 (IX, 69); θεός Poll. 1, 39.
French (Bailly abrégé)
ις, ι ; gén. ιος;
malveillant, haineux.
Étymologie: δυσ-, μῆνις.
Russian (Dvoretsky)
δύσμηνις: ι, gen. -ιος сердитый, гневный: δ. χόλος Anth. желчная злоба.
Greek (Liddell-Scott)
δύσμηνις: ι, πλήρης ὀργῆς, βαρύμηνις, θεὸς Πολυδ. Α΄, 39· χόλος Ἀνθ. Π. 9. 69.
Greek Monolingual
Greek Monotonic
δύσμηνις: -ι, εξοργισμένος, θυμωμένος, σε Ανθ.
Middle Liddell
wrathful, Anth.