Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μῆνις

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: μῆνις Medium diacritics: μῆνις Low diacritics: μήνις Capitals: ΜΗΝΙΣ
Transliteration A: mē̂nis Transliteration B: mēnis Transliteration C: minis Beta Code: mh=nis

English (LSJ)

Dor. and Aeol. μᾶν-, ἡ, gen.

   A μήνιος Pl.R.390e, later μήνιδος Ael.Fr.80, Them.Or.22.265d, Jul.Or.2.50b, AP9.168 (Pall.):—wrath; from Hom. downwds. freq. of the wrath of the gods, Il.5.34, al., A. Ag.701 (lyr.), Pl.Lg.880e, Men.585; μῆνιν ἔχειν ἀπὸ θεοῦ Vett. Val. 184.3; μ. χθονίων Pi.P.4.159; also of the dead worshipped as heroes, τοῖσι μ. κατέσκηψε Ταλθυβίου Hdt.7.134, cf. 137; μ. τῶν τετελευτηκότων Pl.Hp.Ma.282a; of injured parents, A.Ag.155 (lyr.), Ch. 294; of suppliants, Id.Eu.234, cf. E.Heracl.762 (lyr.): but also, generally, of the wrath of Achilles, Il.1.1, al., cf. Alc.Supp.10.7; of the revengeful temper of a people, Hes.Sc.21, Hdt.7.229: c. gen. objecti, ὅτου… μ. τοσήνδε πράγματος στήσας ἔχεις S.OT699: in pl., Αἰήταο μήνιες A.R.4.1205.

German (Pape)

[Seite 174] ιος u. Sp. ιδος (vgl. B. A. 1207), ἡ (von μένω od. μένος, schwerlich mit μαίνομαι zusammenhangend), dauernder, bleibender Zorn, Groll; Hom. bes. vom unversöhnlichen Zorne der Götter, Διὸς δ' ἀλεώμεθα μῆνιν, Il. 5, 34, χαλεπὴ δὲ θεοῦ ἔπι μῆνις, 5, 178; auch von dem anhaltenden und unversöhnlichen Grollen des Achilleus, Il.; von dem rachesüchtigen Zorn ganzer Völker, Hes. Sc. 21; ἀφελεῖν μᾶνιν χθονίων, Pind. P. 4, 159; μνάμων μῆνις τεκνόποινος, Aesch. Ag. 150; τελεσσίφρων, 685, der immer nur auf die zu vollendende Rache bedacht ist, öfter; neben κότος, Eum. 849; μῆνιν βαρεῖαν, Soph. O. C. 1330; ὅτου ποτὲ μῆνιν. τοσήνδε πράγματος στήσας ἔχεις, O. R. 699; μῆνιν ἔχειν τινός, Eur. Hel. 1371, öfter; μήνιες, Ap. Rh. 4, 1205; – τοῖσι μῆνις κατέσκηψε Ταλθυβίου, Her. 7, 143; μήνιος, ibd. 137; μήτε τῶν ἄνω δείσας θεῶν μῆνιν, Plat. Legg. IX, 880 e; ἀπαλλάττεσθαι τῆς μήνιος, v. l. μήνιδος, Rep. III, 390 e; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μῆνις: Δωρ. μᾶνις, ἡ· γεν. μήνιος, μεταγεν. μήνιδος, διάφ. γραφ. ἐν Πλάτ. Πολ. 390Ε, Αἰλ. παρὰ Σουΐδ. ἐν λέξ. Ἀρχίλοχος, Θεμίστ., κτλ.· (ἴδε ἐν λέξ. *μάω)· ― ὀργή· ἀπὸ τοῦ Ὁμ. καὶ ἐφεξῆς, τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῆς ὀργῆς τῶν θεῶν, Ἰλ.· ὡσαύτως ἐπὶ τῆς ἀδιαλλάκτου ὀργῆς τοῦ Ἀχιλλέως, Α. 1, κ. ἀλλ., πρβλ. Ἀριστ. Ρητ. 2. 24, 6· ἐπὶ τῆς φιλεκδίκου ὀργῆς ἢ διαθέσεως λαοῦ τινος, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρακλ. 21. ― Ἐπικ. λέξ. ἐν χρήσει παρὰ Πινδ. Π. 4. 284, καὶ Τραγ.· ὡσαύτως παρ’ Ἡροδ. 7. 134, 137, ἐν τῇ κυρίᾳ σημασίᾳ τῆς θείας ὀργῆς, ὡς ἐν Αἰσχύλ. Ἀγ. 701, Πλάτ. ἔνθ’ ἀνωτ., Νόμ. 880Ε, Ἱππ. Μείζ. 282Α· ἐπὶ ἠδικημένων ἢ προσβεβλημένων γονέων, Αἰσχύλ. Ἀγ. 155, Χο. 294· ἐπὶ ἱκετῶν, ὁ αὐτ. ἐν Εὐμ. 234, πρβλ. Εὐρ. Ἡρακλ. 762· ― μετὰ γεν. τοῦ ἀντικειμένου, ὅτου... μ. τόσηνδε πράγματος στήσας ἔχεις Σοφ. Ο. Τ. 699· ― παρὰ μεταγεν. Κωμικ., Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 55, 499.

French (Bailly abrégé)

ιος, postér. ιδος (ἡ) :
colère durable, ressentiment.
Étymologie: R. Μαν, être irrité ; cf. μαίνομαι, skr. manjus « courage ».

English (Autenrieth)

ιος: wrath, i. e. enduring anger, usually of gods, Il. 1.75, Od. 3.135; but also of the wrath of Achilles.

Greek Monolingual

η (Α μῆνις και δωρ. και αιολ. τ. μᾱνις)
σφοδρή και παρατεταμένη οργή, διαρκής θυμός, μάνιτα («μῆνιν ἄειδε, θεά...», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η άποψη κατά την οποία η λ. συνδέεται με το μένω ή αυτή που συνδέει τη λ. με το μένος στηρίζονται σε σημασιολογικά κριτήρια (μῆνις «διαρκής οργή»), αλλά προσκρούουν σε μορφολογικές δυσχέρειες. Κατ' άλλους, η λ. συνδέεται με το λατ. mānēs «χωρισμένες ψυχές» (πρβλ. ἐμ-μᾶνις: im-manis «πελώριος, φρικτός). Κατ' άλλη άποψη, η λ. ανάγεται σε μνᾶνις, πρβλ. μέμνημαι. Τέλος, η λ. συνδέεται πιθ. με το μαιμάω].

Greek Monotonic

μῆνις: Δωρ. μᾶνις, -ιος, ἡ (*μάω), οργή, θυμός, λέγεται για τους θεούς, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ.

Russian (Dvoretsky)

μῆνις: дор. μᾰνις, ιος, поздн. ιδος ἡ гнев, негодование, злоба (Διός Hom.; βαρεῖα Soph.).

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: wrath, esp. of gods, Manes, of Achilleus etc. (Il.).
Other forms: Dor. μᾶνις, -ιος, -ιδος
Compounds: As 2. member in ἔμ-μανις filled with wrath (Cret.; on the formation Sommer Nominalkomp. 113).
Derivatives: μηνίω, Dor. μανίω, aor. -ῖσαι, rarely with ἀπο-, ἐπι- (ἀντι-, ἐκ-), rage (Il., Hdt., hell.) with μήνι-μα n. (reason for) wrath (Il.), -θμός raging (P 62, 202, 282); also μηνιάω id. (LXX, D. H.; on the formation Schwyzer 732 m. A. 4) with μηνίαμα (LXX); enlargements -ιάζω (Et. Gud.), -ίζω (An. Ox.) with -ισμα (Iolkos IIIa). From μῆνις (μηνίω?) also μηνίτης (-τής?) m. a man filled with rage (Arr. Epikt.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Etymology unknown. Against identification with Lat. mānēs the separted souls (Ehrlich KZ 41, 294 f.), with ἔμ-μανις = im-mānis horrible, terrible (Jacobsthal IF 21 Beih. 140f.), W.-Hofmann s. mānēs. The explanation from *μνα-νις (to μέμνημαι; Schwyzer RhM 80, 213ff., Gramm. 260) is doubted by Schwyzer himself (Gramm. 495 A. 8); instead connection with μαιμάω is suggested. The semantically obvious connection with μένος a. cogn. (and with μένω?; Curtius, Irmscher Götterzorn 5ff.) is impossible because of the α-vowel; attempt at explanation ("aus Gründen der Verschleierung") by Porzig Satzinhalte 352; diff. still Pagliaro (s. Belardi Doxa 3, 213). -- Details on the meaning and formation in Frisk Eranos 44, 28ff.; also Porzig Satzinhalte 147, 187f., 237; on the vocalism Björck Alpha impurum 177 f.; on μηνίτης also Radermacher RhM 63, 444ff. So no explanation.

Middle Liddell

μῆνις, δοριξ μᾶνις, ιος, ἡ, [*μάω]
wrath, anger, of the gods, Hom., Hdt., attic