περινέφελος
From LSJ
English (LSJ)
ον,
A clouded, overcast, ἀήρ Ar.Av.1194.
German (Pape)
[Seite 583] umwölkt, ἀήρ, Ar. Av. 1192.
Greek (Liddell-Scott)
περινέφελος: -ον, κεκαλυμμένος ὁλόγυρα ὑπὸ νεφελῶν, νεφελώδης, ἀὴρ Ἀριστοφ. Ὄρν. 1194.
Greek Monolingual
-ον, Α
σκεπασμένος ολόγυρα με σύννεφα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + -νέφελος (< νεφέλη)].