φωλεά
From LSJ
Πονηρός ἐστι πᾶς ἀχάριστος ἄνθρωπος (Πονηρός ἐστ' ἄνθρωπος πᾶς τις † ἀχάριστος) → Ingratus omnis homo non est, quin sit malus → Ein jeder Mensch, der Dankbarkeit nicht kennt, ist schlecht
English (LSJ)
ἡ,
A = φωλεός, Arist.Mir.835b21; incorrectly used for καλιά, Thom.Mag. p.195 R.
German (Pape)
[Seite 1321] ἡ, auch φωλέα betont, = φωλεός, Arist. mirab. 74.
Greek (Liddell-Scott)
φωλεά: ἡ, = φωλεός, Ἀριστ. περὶ Θαυμ. 73, Σουΐδ., κλπ.