καθήλωσις
From LSJ
Μεγάλη τυραννὶς ἀνδρὶ πλουσία (τέκνα καὶ) γυνή → Duxisse ditem, servitus magna est viro → Gar sehr tyrannisiert die reiche Frau den Mann
English (LSJ)
εως, ἡ, A nailing on, ἀσθενὴς [τῶν ἥλων] γίνεται ἡ κ. Hero Bel.95.6, cf. Sm., Thd.Ez.7.23, PLond.3.1177.239(ii A.D.).
German (Pape)
[Seite 1284] ἡ, das Annageln, Sp.
Greek (Liddell-Scott)
καθήλωσις: -εως, ἡ, κάρφωμα ἐπί τινος ἢ εἴς τι, Σύμμαχ. εἰς Ἰεζεκ. Ζ΄ 23, Εὐσ. Ἐκκλ. Ἱστ. 4. 15, ἐν τέλ.